Τρίτη 19 Μαΐου 2009

19η Μαΐου : Οι δάσκαλοι και τα σχολεία την αγνοούν

Σήμερα, ήρθε στό Ιατρείο για εξέταση μια Δασκάλα.
Η κυρία είναι πολιτικοποιημένη.Αριστερή.
Ετοιμάζει με τούς μαθητές τού σχολείου την παρουσίαση του θεατρικού έργου τού Μενάνδρου “ο δύσκολος”, πού είναι το μοναδικο απο τα 108 έργα του πού σώζεται πλήρως, απο οτι μου είπε.
Την ρώτησα λεπτομέρειες. Φάνηκε πολύ καταρτισμένη γύρω απο τό έργο και την εποχή του.
“Ξέρετε τί τιμούμε την σημερινη ημέρα την ρώτησα”
Η 19η Μαΐου δεν τίς έλεγε τίποτε..
Απελπίστηκα.. Τής εξήγησα..
Να τί πρεπει πρωτα απ όλα να απαιτήσουμε:
Να τιμούνε αυτήν την μέρα τα Ελληνικα σχολεία.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (1916-1922) και τα μηνύματα που εκπέμπει. του Αντώνη Παυλίδη

Η Βουλή των Ελλήνων, ως γνωστόν, με ομόφωνη απόφασή της το Φεβρουάριο του 1994, έλαβε μια ιστορική απόφαση, που θα έπρεπε να είχε λάβει πολύ νωρίτερα: όρισε τη 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου κατά την περίοδο 1916-1922. Θα αποπειραθούμε να κάνουμε μια νηφάλια αναφορά στο ζήτημα αυτό, παρότι απωθεί τους φανατικούς του παρόντος, που εκπροσωπούν τη λογική της «πολιτικής ορθότητας».

Τα τελευταία χρόνια τίθενται ιδιαίτερα έντονα απ’ τους τελευταίους κάποιες ενδιαφέρουσες απόψεις. Λέγεται πχ ότι δεν πρέπει η χώρα μας να προκαλεί την Τουρκία με αποφάσεις όπως αυτή της Βουλής το 1994, ότι πρέπει να αφαιρεθούν άμεσα από τα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας όλα όσα ενοχλούν την Τουρκία (κι όχι γιατί την ενοχλούν), κλπ. Κάποιοι μάλιστα προτείνουν τη συγγραφή κοινών εγχειριδίων ιστορίας, πράγμα βέβαια που ακούγεται ευχάριστα, αλλά είναι άτοπο αν δεν συνοδεύεται από ένα ελάχιστο κοινό ιδεολογικό πλαίσιο των δύο χωρών και προ πάντων, όπως στην περίπτωση Ελλάδας και Τουρκίας, αν υπάρχουν ανοικτά ζητήματα (Κύπρος, Αιγαίο, κλπ). Όλοι λοιπόν αυτοί οι «ειδικοί» εκφράζουν μια πραγματικότητα μάλλον εικονική, εκφράζοντας περισσότερο τις επιθυμίες τους παρά τα πραγματικά δεδομένα. Εξετάζουν τα δεδομένα της Τουρκίας χρησιμοποιώντας τις καθιερωμένες «μήτρες» που ισχύουν στις διεθνείς σχέσεις, αγνοώντας όμως τις σημαντικές ιδιαιτερότητες της τουρκικής περίπτωσης και τα αίτια που παράγουν τις αλλεπάλληλες κρίσεις στις σχέσεις των δύο χωρών. Χρησιμοποιούν τη μέθοδο του εξευμενισμού, αγνοώντας τα μηνύματα που από το βάθος των αιώνων ο ίδιος ο Θουκυδίδης εκπέμπει: ότι αυτός είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς τη σύγκρουση. Αυτό που μπορεί να την αποτρέψει είναι η οικοδόμηση φιλικών σχέσεων πάνω στην αλήθεια και την αξιοπρέπεια και των δύο ενδιαφερομένων.

Σε πολλές περιπτώσεις προχωρούν σε αφελείς υπεραπλουστεύσεις. Υποστηρίζουν για παράδειγμα ότι κατά την περίοδο εκείνη είχαμε πόλεμο και στον πόλεμο παρουσιάζονται αγριότητες απ’ όλες τις πλευρές. Αγνοούν όμως ότι το «ολοκαύτωμα εν ροή» των Ελλήνων του Πόντου (και της υπόλοιπης Μ. Ασίας) ξεκίνησε πολύ πριν το 1919 που έγινε η ελληνική απόβαση στη Σμύρνη και ότι τα γυναικόπαιδα που κυρίως υπέστησαν τη βαρβαρότητα, δεν συμμετείχαν σε κανένα πόλεμο. Ο αφανισμός των χριστιανικών εθνοτήτων από το μικρασιατικό χώρο είχε προαποφασιστεί, όπως όχι μόνο το πλήθος των διαθέσιμων τεκμηρίων μαρτυρά, αλλά ακόμη και αξιόλογοι Τούρκοι επιστήμονες (όπως πχ ο Taner Akçam) ομολογούν.

Η ιδεολογία του σύγχρονου τουρκικού κράτους αντικατοπτρίζεται τόσο στα διδακτικά εγχειρίδια, όπου κυριαρχούν σύμβολα ρατσισμού και εθνικισμού, όσο και στα μνημεία. Το μνημείο του Τοπάλ Οσμάν, του Άϊχμαν των Ποντίων, που δεσπόζει στο λόφο της Κερασούντας και το μνημείο του αρπακτικού Τούρκου νικητή απέναντι στον καταρρεύσαντα Έλληνα στο Αφιόν Καραχισάρ, εκφράζουν αυτήν ακριβώς την ιδεολογία. Παρότι η συλλογική συνείδηση του τουρκικού λαού μέσω αυτών των μηχανισμών διαμορφώνεται σε αρνητική κατεύθυνση, όμως αυτό δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει στον αγώνα για οικοδόμηση μιας πραγματικής φιλίας και ειρήνης μεταξύ των δύο λαών.

Αυτό που γνώριζαν οι Πόντιοι 2ης και 3ης γενιάς από τους γονείς και τους παππούδες τους, σήμερα μπορεί να το γνωρίσει σε όλη του την έκταση κάθε Έλληνας. Οι αλλεπάλληλοι τόμοι που έχουν εκδοθεί –με αποκορύφωμα τον τόμο που εξέδωσε η Βουλή των Ελλήνων το 2004- και οι άπειρες μελέτες που ετοιμάζονται, αποδεικνύουν ότι το έγκλημα αυτό είναι αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός. Άλλωστε η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου -στο πλαίσιο της γενοκτονίας όλων των χριστιανικών λαών της Ανατολής από το καθεστώς των Νεοτούρκων- το Νοέμβριο του 2007 από τον πλέον αρμόδιο φορέα, τη Διεθνή Ένωση Ακαδημαϊκών για τη μελέτη των Γενοκτονιών (I.A.G.S) συντρίβει εκ των πραγμάτων κάθε απόπειρα εσωτερικής αμφισβήτησης. Ο ΟΗΕ με το ψήφισμά του το 1948 για τον ορισμό του εγκλήματος της Γενοκτονίας, δηλώνει ότι δεν πρόκειται για έγκλημα εναντίον ενός μόνο έθνους, έστω και τμήματός του. Πρόκειται για έγκλημα εναντίον της ανθρωπότητας. Συνεπώς ο αγώνας για την αναγνώριση του εγκλήματος δεν αφορά μόνο τους Πόντιους, ή μόνο τους Έλληνες. Αφορά όλη την ανθρωπότητα. Οι δίκαιοι που αγωνίζονται για την αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν είναι τυπικοί αγωνιστές, αλλά αγωνιστές των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ανθρωπότητας. Συνεπώς ο αγώνας τους είναι ο σημαντικότερος αγώνας που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Αγωνίζονται γιατί νωρίζουν καλά ότι η ασυλία του θύτη προκαλεί τις επόμενες Γενοκτονίες. Γνωρίζουν για παράδειγμα ότι η απόφαση του Χίτλερ για την «τελική λύση» απέναντι στους Εβραίους βασίστηκε στην ασυλία του Κεμάλ και των Νεοτούρκων για τις γενοκτονίες που προηγήθηκαν.

Κεντρικός στόχος του αγώνα των ποντιακών φορέων μετά το 1994 είναι η διεθνοποίηση της Γενοκτονίας και η αναγνώρισή της από το επίσημο τουρκικό κράτος. Ο στόχος όμως αυτός, αν και έχει μεγάλες δυσκολίες, όμως δεν πτοεί τους Ποντίους, που ως φορείς της ιδεολογίας της ειρήνης και της δημιουργικής συνεργασίας, δεν έχουν άλλο δρόμο. Γνωρίζουν κάτι που αγνοούν οι τεχνικοί των διεθνών μας σχέσεων. Ότι αν αναγνωριζόταν από νωρίς το έγκλημα αυτό, η ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά το 1922 θα ήταν διαφορετική. Δεν θα είχε ούτε Σεπτεμβριανά, ούτε Κυπριακό, ούτε Ίμια. Η δομή και η ιδεολογία του τουρκικού κράτους είναι που διαπερνά τη συλλογική συνείδηση του τουρκικού λαού και γεννά την επιθετικότητα. Ο αγώνας συνεπώς των Ποντίων είναι αγώνας πρωτίστως για την ειρήνη. Οι άλλοι, οι μεταμοντέρνοι «ειδικοί», που προτείνουν μια «φιλία» χωρίς όρους και προϋποθέσεις, προς μια Τουρκία όχι ανθρώπινη αλλά ρατσιστική, που φυλακίζει και εξολοθρεύει ότι διαφορετικό αντιστέκεται στην ιδεολογία της παρακμής, συντελούν, προφανώς χωρίς να το επιθυμούν, στην αναπαραγωγή αυτής της ιδεολογίας από το τουρκικό κοινωνικό σύστημα.

Οι υγιείς σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών δεν μπορούν να οικοδομηθούν πάνω στην παραχάραξη ή την αποσιώπηση της αλήθειας, γιατί αυτή αργά ή γρήγορα θα γίνει γνωστή. Η νέα γενιά της Τουρκίας δεν είναι υποχρεωμένη να μολύνεται με το άγος του εγκλήματος εναντίον των Ελλήνων του Πόντου (και των λοιπών χριστιανικών λαών της Ανατολής Αρμενίων και Ασσυρίων) κατά την περίοδο 1916-1922. Η ιστορική αποκατάσταση παρά την αρχική έκπληξη ή ακόμη και οδύνη που θα επιφέρει για την άγνωστη μέχρι τότε αλήθεια, στη συνέχεια μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά για την τουρκική κοινωνία. Θ’ αποτελέσει προϋπόθεση να ζητήσει συγνώμη η Τουρκία για το έγκλημα αυτό, ως εγγύηση ότι δεν θα επαναληφθούν ανάλογα εγκλήματα στο μέλλον. Μια τέτοια πράξη άλλωστε δεν είναι μοναδική στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Ο Βίλυ Μπραντ πριν από αρκετά χρόνια γονάτισε στο μνημείο του εβραϊκού ολοκαυτώματος, όπως λίγα μόλις χρόνια πριν έκανε ο Γερμανός Πρόεδρος στο μνημείο των Καλαβρύτων, αποδεικνύοντας έτσι έμπρακτα ότι η σημερινή Γερμανία δεν έχει ουδεμία σχέση με το γενοκτόνο ναζιστικό καθεστώς. Μπροστά στην ίδια πρόκληση βρίσκεται και η Τουρκία. Ένα νέο τοπίο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπου η ειρήνη και η πραγματική φιλία θα έχουν στερεότητα και μακρύ χρονικό ορίζοντα, που δεν θα καταρρέουν βίαια κάτω από το βάρος τυχαίων φαινομενικά γεγονότων, όπως συνεχώς από το 1922 μέχρι σήμερα επαναλαμβάνεται, είναι αναγκαίο όσο ποτέ. Το τοπίο αυτό το δικαιούνται οι λαοί των δύο χωρών και το απαιτούν οι νέες πραγματικότητες.-

Ο Δρ. Αντώνης Παυλίδης είναι Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Ποντίων Εκπαιδευτικών.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Η ζωή μου στην Ελλάδα (3) .Τού VAHIT TURSUN

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (3)

Πόλεμος, απειλές, φόβος και τρόμος
Εγώ συνεχίζοντας τον αγώνα μου μέσω του διαδικτύου, έγραφα συνέχεια στην ιστοσελίδα που είχα ανεβάσει στο διαδίκτυο, αλλά ο μεγαλύτερος πόλεμος γινότανε στο φόρουμ της ιστοσελίδας "Καραλάχανα", το οποίο είχε 15.000 μέλη και σχεδόν όλοι τους ήταν από την Μαύρη Θάλασσα. Καταρχήν όταν πρωτοξεκίνησα να γράφω και να τους λέω ότι είμαι Έλληνας Τραπεζούντιος με το όνομα Vahit Tursun, κόντεψαν να τρελαθούν και οι ποιό δημοκρατικοί, ή τουλάχιστον αυτοί που εμφανιζόντουσαν δημοκρατικοί. Κάθε μέρα σελίδες ολόκληρες έγραφα και ανέβαζα. Σχεδόν είχα παρατήσει την δουλειά μου. Σκεπτόμουν τι θα γράψω. Πλέον ζούσα με αυτόν τον πόλεμο και είχα ξεχάσει όλα τα υπόλοιπα προβλήματα. Οι απειλές συνέχιζαν. Εγώ όσο και να μην έκανα πίσω, η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν. Ειδικά τις βραδιές, όταν έξω άκουα θόρυβο, η καρδιά μου λαχταρούσε. Όσο και αν δεν ενημέρωνα για όλα την γυναίκα μου, και αυτή τα είχε πάρει χαμπάρι και ήξερε το τι γινότανε. Και αυτή φοβότανε, αλλά δεν ανοίγαμε τη συζήτηση του τρόμου και δεν έλεγε κανείς τίποτα στον άλλον. Για να μην το φουντώνουμε τον φόβο μέσα μας . Αυτό το πρόβλημα, αρκετά χρόνια το ζήσαμε και στο τέλος το συνηθίσαμε. Πλέον δεν δίναμε σημασία στις απειλές.


Οι γκρίζοι λύκοι και το βαθύ κράτος ξεκινούν να αγριεύουν
Τελικά η Τραπεζούντα είχε φτάσει σχεδόν να αναρωτιέται για το παρελθόν της. Από όσα μάθαινα μέσα από τηλεφωνήματα και από τις ιστοσελίδες πού παρακολουθούσα, καταλάβαινα πώς αρκετός κόσμος ήταν σε αναζήτηση τις πραγματικής του ταυτότητας. Αρκετοί άρχισαν να με υποστηρίζουν. Αρκετοί που δεν ήταν ούτε καν Ελληνόφωνοι, μου έδιναν δίκιο στον αγώνα που έδινα για τον πολιτισμό μου. Οι «Γκρίζοι Λύκοι» είχαν εξαγριωθεί. Μόλις είδαν ότι κάθε μέρα κερδίζω τον πόλεμο, άρχισαν να γράφουν ότι είμαι δικός τους άνθρωπος. Ότι όσο διαφορετικά και αν έγραφα, ήμουν άνθρωπος του κράτους. Ότι ήμουν στην «Ομάδα Νεολαίας» της ΜΙΤ στο εξωτερικό και βραβεύτηκα για τις δουλειές που κατάφερα, κλπ. Ο στόχος ήταν να απομακρύνουν από μένα όλους όσους είχα κερδίσει, όλους αυτούς που θα με εμπιστευόντουσαν. Αλλά ένα είχαν ξεχάσει, πώς ότι και αν ήμουνα εγώ, η αλήθειες που έγραφα μετρούσαν και όχι η προσωπικότητα μου. Ένα διάστημα κατάφεραν να κόψουν κάποιες επαφές μου αλλά, τελικά χάσανε για πάντα. Ένας γνωστός μου από την Τραπεζούντα μου είπε: «Βαχίτ βρέθηκα σε μία εκδήλωση και καθόμασταν μια παρέα μαζί. Ήταν εκεί και ο διευθυντής της Αστυνομίας της Τραπεζούντας. Άνοιξαν κουβέντα για το Ποντιακό πρόβλημα και γύρισε και μας είπε ο διευθυντής: «παιδιά, το ποτάμι άρχισε να τρέχει και δεν γυρίζει πίσω. Από δω και προς η συνάντηση τον Τραπεζούντιων με τους Πόντιους είναι αναπόφευκτη. Πλέον πρέπει να πάρουμε αντίστοιχα μέτρα».

Όντως, από κι και ύστερα άρχισαν τα ζόρια για τα Ελληνόφωνα χωριά. Το βαθύ κράτος ξεκίνησε τον εκφοβισμό του προς τον πληθυσμό. Με της εντολές του διοικητή της Περιφερικής Διοίκησης Στρατό-χωροφυλακής Κερασούντος, οι στρατιώτες άρχισαν επιδρομές στα Ελληνόφωνα χωριά. Ο ίδιος πραγματοποιούσε εκδηλώσεις δεξιά και αριστερά, ώστε να ενημερώσει τον κόσμο για το δήθεν Ποντιακό Πρόβλημα. Ζητούσε από τον κόσμο να είναι έξυπνοι και να καταγγείλουν στην Στρατο-χωροφυλακή τους πόντιους τουρίστες που θα κινούνταν ύποπτα. Έγραφε διάφορα άρθρα και μιλούσε για τα παιχνίδια των ποντίων στην Μαύρη Θάλασσα, κλπ.
Στα χωριά του Κατωχωριού (Çaykara) και ιδικά στο δικό μου το χωριό οι επιδρομές των στρατιωτών δεν τελείωναν. Έμπαιναν στα σπίτια εκείνα που ο άνδρας δεν υπήρχε και ψάχνανε δήθεν κάποια άτομα. Φωτογράφιζαν σπίτια δήθεν ύποπτα και τριγύριζαν γύρω από τους μικρό οικισμούς. Ακόμη και μέλη της ιστοσελίδας
Sorry. You have to be registered to access this content.
ψάχνανε. Στην καταπίεση και στον εκφοβισμό του Ελληνόφωνου πληθυσμού, λένε ότι έπαιξε ρόλο και ο στρατηγός «Veli Küçük» που σήμερα είναι κρατούμενος στην φυλακή για την υπόθεση του «Ergenekon»,


Εξαιτίας μου και ο πατέρας μου είχε πρόβλημα
Ο πατέρας μου όταν κατέβαινε κάτω στην κωμόπολη για δουλειές στην Κρατική Διοίκηση, άκουε προσβλητικά λόγια από τον απλό υπάλληλο μέχρι και από τον καϊμακάμη. «Το παιδί σου είναι διαμελιστής και κάνει ζημιά στη χώρα μας» του λέγανε. Ο καημένος ούτε ήξερε το τι κάνω και πως το κάνω. Σιωπηλός, ταπεινωμένος, χωρίς να πει κουβέντα έφευγε. Στο χωριό, στα καφενεία δεν μπορούσε να πάει. «εξαιτίας του παιδιού σου χάσαμε την ησυχία μας» του λέγανε. Και τι δεν τον μετρούσαν για μένα. Εγώ τα άκουα, αλλά έπρεπε να συνέχισω. Κατάλαβα ότι όλα αυτά που γίνονται, επειδή εγώ κερδίζω τον πόλεμο. Κερδίζει η αλήθεια, κερδίζει η πραγματική ιστορία. Χάνουν τα ψέματα, χάνουν οι ψεύτες, χάνουν οι δολοφόνοι του πολιτισμού μας. Και τι προσπάθειες εναντίον μας δεν έχουν γίνει.. Ακόμη και στα τοπικά τηλεοπτικά κανάλια μας κατηγορούσανε. Λέγανε ότι η Ελλάδα έπεισε κάποια παιδιά και τα πείρε εκεί και τα βαφτίζει χριστιανούς, τα στρέφει εναντίον της χώρας, κλπ. Πλούσιες οικογένειες χρηματοδότησαν ιστορικούς ώστε να τους γράψουνε την οικογενειακή ιστορία για να δείξουν πόσο Τούρκοι είναι. Χαμός γινότανε. Ενώ εγώ εδώ μόνος... ένας άνθρωπος... παράνομος και στη χώρα που ζούσα... με μειωμένες δυνατότητες... από τους πόντιους ούτε μετάφραση στα Αγγλικά που χρειαζόμουν μπορούσα να πάρω. Δίο τρία άτομα που είχα στο MSN με βοηθούσαν σε μικρά μηνύματα για επικοινωνία με τους Αμερικάνους που είχαν τον χώρο «server» της ιστοσελίδας μου.


Στην Ελλάδα τα πράγματα χειροτερεύουν
Γύρω στα 1999 - 2000 ξεκινάει η Ελλάδα τα συρτάκια, τα στεφάνια, τα γλέντια και τα ποτά μαζί με την Τουρκία. Ποια ημερομηνία ήταν ακριβώς δεν θυμάμαι αλλά σε μία τουρκική εφημερίδα παρουσιάζουν κοντά στα εκατόν τριάντα περίπου (δεν θυμάμαι τον αριθμό ακριβός) μικρούς Οτζαλάν που ζούνε στην Ελλάδα. Μέσα σε αυτά τα ονόματα ήταν και ένας δικός μας από τον Πόντο. Ο Recai Yıldız. Ευτυχώς που δεν υπήρξα στη λίστα κι εγώ. Αυτά τα άτομα ήταν από αριστερές οργανώσεις και ήταν εναντίον του καθεστώτος της Τουρκίας. Αυτά τα άτομα δεν ζητήσανε άσυλο από εφημερίδες, ούτε από εκδότες. Τα ονόματα αυτών των ανθρώπων, τα είχε το κρατικό σύστημα της Ελλάδος. Το πώς διαρρεύσανε στις εφημερίδες, ρωτήστε στους πολιτικούς της τότε εποχής. Σε εκείνη την εποχή, άκουσα από αριστερούς προσφυγές, ότι παράδωσαν αρκετούς πολικούς προσφυγές στην Τουρκία. Πριν από αυτούς, συνέβη και η παράδοση του Οτζαλάν. Ολόκληρο πακέτο ξεπουλήματος δηλαδή...
Ύστερα, όταν η σειρά έφτασε σε μας, καλούνε στην Αστυνομία τα παιδιά που σπουδάζανε στα πανεπιστήμια. Όλοι κι όλοι οκτώ ήταν. Από πριν είχαν καταφέρει να πάρουν Άδεια Παραμονής. Από την Αστυνομία τους λένε: «παιδιά κάναμε λάθος στις άδειες σας. Έπρεπε να τις είχαμε κάνει πενταετούς διάρκειας και τις κάναμε για ένα χρόνο. Δώστε τις πίσω για να τις ανανεώσουμε». Τις δίνουν πίσω τις άδειες που είχαν και περιμένουν να βγει η καινούρια πεντάχρονη άδεια. Δεν ξέρω οι αστυνομικοί αν τους έδωσαν από πίσω κι άλλα πέντε μουντζώνοντας τους, αλλά, σε λίγες μέρες βγαίνει η απόφαση απέλασης τους από την χώρα. Γίνεται χαμός... Εφημερίδες έγραψαν, καθηγητές και πρυτάνεις πανεπιστήμιων αντέδρασαν, αρκετοί πόντιοι ξεσηκώθηκαν και έτσι σταμάτησε η απέλαση τους. Απλά σταμάτησαν τις απελάσεις. Αλλά από κει και ύστερα άδειες δεν δόθηκαν. Τα παιδιά μόλις κατάλαβαν ότι η κατάσταση δεν πάει άλλο, μερικοί από αυτούς παράτησαν τις σπουδές τους και μερικοί έφυγαν πίσω στην Τουρκία.



Η πρώτη σύλληψη γύρω από ποντιακά ζητήματα
Ο Fethi Gültepe, που ήταν ένας από αυτά τα παιδιά, μία μέρα ( 2002) αποφασίζει να πάει στην πατρίδα του για επίσκεψη. Τον αρπάζουν στα σύνορα οι Τουρκικές αρχές και τον χώνουν στη φυλακή. Σε κάποιες εφημερίδες πρωτοσέλιδος ο Φετχί... Ηγέτης της Ποντιακής Οργάνωσης που θέλει να διαμελίσει την Τουρκία και θα ιδρύσει στον Πόντο κράτος... Ένα σορό άλλες κουταμάρες και ψέματα... Επί μήνες τον κρατούσαν μέσα. Κάθε μέρα περνούσε ανακρίσεις και οι ερωτήσεις ήταν ίδιες. Τελικά δικάζεται, αθωώνεται και τον αφήνουν. Μόλις τον αφήνουν, ο Φετχί ξαναφεύγει στην Ελλάδα. Από τότε ζει εδώ. Μέχρι και σήμερα δεν έχει Άδεια Παραμονής.

Ύστερα από την υπόθεση του Φετχί, ζήτησα από τον δικηγόρο του, το κατηγορητήριο που ετοίμασε εναντίον του Φετχί η Τουρκική αστυνομία. Μου έστειλε μία φωτοτυπία. Και τι δεν έγραφε μέσα... από στρατιωτική εκπαίδευση μέχρι και ποντιακό εθνικός ύμνο ανέφερε... Όπως έγραφε η δικογραφία, εμείς εδώ στην Ελλάδα ιδρύσαμε μία ποντιακή οργάνωση, εκπαιδευόμασταν στρατιωτικά, είχαμε γράψει και έναν ύμνο για τον Πόντο και σκοπεύαμε να κτυπήσουμε την Τουρκία. Είχαμε στόχο να την διαμελίσουμε και θα ιδρύαμε ένα Ποντιακό κράτος, κλπ, κλπ, κλπ...
Γελάς ή κλαις;

Είναι δηλαδή να τρελαθεί κανείς...

Τότε κατάλαβα ότι Mehmet Kul έλεγε αλήθεια για τον Kemal Yazıcıoğlu και την λίστα του. «Κοίτα να δεις» λέω από μέσα μου. Τέτοιο στήσιμο ούτε ο θεός μπορούσε να καταφέρει. Επειδή εμείς, σαν Ελληνόφωνοι που ήρθαμε από τον Πόντο στην Ελλάδα, εκφράσαμε τον εαυτό μας ως Έλληνες, χάλασε ο κόσμος...

Μα να μας καταγράφει και να μας βάζει στην κόκκινη λίστα, να μας απαγγέλει κατηγορίες και να μας στέλνει στο Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας, ένας διοικητής Αστυνομίας ο οποίος είναι Ελληνόφωνος πόντιος και εδώ στην Ελλάδα να παίρνει απόφαση απέλασης ένας πόντιος (ο Χρυσοχοίδης) που είναι υπουργός δημόσιας τάξης.

Στον θεό να το έλεγε κανείς, θα ζήλευε αυτήν την τυχαία (?) σύμπτωση.

Έτσι δεν είναι;


Κατάλαβα πως δεν θέλουν να μείνω στην Ελλάδα
Από την άλλη εγώ, παρακολουθούσα τα γεγονότα απελπισμένος. Αφού δεν είχα πλέον επαφή και με πολλούς πόντιους, έπρεπε κάτι να σκεφθώ. Μία μέρα αποφασίζω να φύγω από την Ελλάδα. Το είπα και στα δικά μας παιδιά που ζούσαν εδώ. Στεναχωρήθηκαν αλλά δεν μπορούσαν να μου πουν κάτσε. Άρχισα να πουλώ τα εργολαβικά μου εργαλεία. Πριν ολοκληρώσω την πώληση των πραγμάτων, είπα «ας επισκεφθώ και τον Σάββα Καλεντερίδη ο οποίος μας βοήθησε σε μερικές βίζες ώστε να έρθουν κάποια παιδιά εδώ». Έτσι μία μέρα με έναν από τα δικά μας τα παιδιά πάμε και τον βρίσκουμε. Του λέω: «Σάββα εγώ θα φύγω από την Ελλάδα». Χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς να με ρωτήσει το γιατί, μου λέει: «καλά θα κάνεις». Δεν το περίμενα έτσι. Εγώ περίμενα να αντιδράσει, να μου πει κάτι. Τουλάχιστον να με ρωτούσε το γιατί. «καλά θα κάνεις» και τέρμα... έτσι ψυχρά...
«χιμ... αυτοί δεν θέλουν να μέινω εδώ» είπα από μέσα μου. Αφού είχαν εξαφανιστεί τόσο πολύ από το περιβάλλον μου, τι άλλο μπορούσα να σκεφθώ; «άντε πάμε» λέω τον φίλο μου και βγαίνουμε έξω. «μετάνιωσα, δεν πάω πουθενά, εδώ θα μείνω» του λέω του φίλου μου. «τί έπαθες, γιατί μετάνιωσες» μου ρωτάει. «φαίνεται αυτοί εδώ δεν με θέλουν και εγώ επίτηδες θα μείνω» του απάντησα. Με είχε πάρει το ποντιακό πείσμα και έτσι συνέχισα να μένω εδώ στην Ελλάδα.

Σημείωση Γιώργου Πολυχρονίδη:
Σέ προσωπική εποικοινωνία μου μέ τόν Σάββα Καλεντερίδη, μέ διαβεβαίωσε ότι σέ καμιά περίπτωση δεν υπήρξε πρόθεση, απο πλευράς του, να ωθηθεί ο Βάιος σέ φυγη απο την χώρα.

Κυριακή 17 Μαΐου 2009

Η σφαγή των νηπίων της Σάντας



Συγκλονιστική η αφήγηση τού Τάσου Βαμβακίδη.
Απο΄τό "Πόντος και Αριστερα"

Η ζωή μου στην Ελλάδα (2) : τού VAHIT TURSUN

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (2)

Είχαμε έναν Αθηναίο πλέον στην οικογένεια μας
Το 1992 κάναμε ένα δεύτερο παιδί το οποίο γεννήθηκε εδώ στην Αθήνα. Αφού γεννήθηκε εδώ, αυτόματα γράφτηκε στο Ληξιαρχείο της Αθήνας. Μετά από κάμποσο καιρό, όταν πήγαμε να τού δώσουμε όνομα, μας ρώτησε η υπάλληλος του Ληξιαρχείου τι όνομα του δώσαμε. «Φίλιππος» της είπαμε. Μας ζήτησε το βαφτιστήρι του παιδιού. «δεν έχουμε τέτοιο χαρτί και το παιδί είναι αβάφτιστο» της απαντήσαμε. Αρνιότανε να γράψει το παιδί, λες κι το όνομα «Φίλιππος» ήταν ιδιοκτησία της. Με ολόκληρη φασαρία, καταφέραμε να τον γράψουμε ως «Φίλιππο». Ύστερα πήγαμε στο Τουρκικό προξενείο για να τον δηλώσουμε και εκεί. Πάμε στο Τουρκικό Προξενείο και τους λέμε: «Θέλουμε να γράψουμε ένα παιδί». Μας ζητάνε την Ληξιαρχική Πράξη Γεννήσεως και τους την δίνουμε. Μόλις βλέπουνε εκεί το όνομα «Φίλιππος» αρχίζουν να αντιδρούνε. «Μα Μουσουλμάνοι δεν είστε» μας ρώτησαν. «Και τι σχέση έχει αυτό; Και τα ονόματα Τουράν, Τζενκίζ, Ατιλλά δεν είναι Μουσουλμανικά αλλά τα παίρνουν και αυτοί που είναι Μουσουλμάνοι» τους απαντήσαμε. «Μα αυτά είναι Τουρκικά» μας είπανε. Τελικά γίνεται φασαρία εκεί και χωρίς να γράψουμε το παιδί, φεύγουμε.


Γνωρίστηκα με τον κύριο Ömer Asan
Μέσα σε αυτά τα χρόνια (Μάλλον το 1995), γνωρίστηκα με τον κύριο Ömer Asan, ο οποίος λίγο πολύ ενδιαφερότανε γιά την ιστορία και τον πολιτισμό μας. Όταν πρώτη φορά τον πήρα τηλέφωνο, μου είπε πώς ήθελε να έρθει σε επαφή με ποντιακούς συλλόγους και ότι γι’ αυτόν τον λόγο πήγε στο Ελληνικό προξενείο, από όπου και τον έδιωξαν. Μου είπε και για την επιθυμία του πώς θέλει να έρθει στην Ελλάδα για να μάθει τα Νέα Ελληνικά, ώστε να μπορέσει να διαβάσει τα Ελληνικά ιστορικά βιβλία. Διότι ενδιαφερότανε για την γλώσσα και τον πολιτισμό του Πόντου. Τελικά με τη δική μου βοήθεια ήρθε στην Ελλάδα για μαθήματα Νέας Ελληνικής γλώσσας. Πρέπει να θυμάται πολύ καλά ο κύριος Βλάσης Αγτζίδης της μέρες που τον έπαιρνα συχνά τηλέφωνο και ζητούσα βοήθεια γι’ αυτόν. Τελικά ήρθε, έμαθε λίγα Ελληνικά, γύρισε πίσω και αργότερα έγραψε το βιβλίο «Ποντιακός Πολιτισμός». Το βιβλίο αυτό, αργότερα μπήκε στο στόχαστρο τον γκρίζων λύκων και παρουσιάσθηκαν προβλήματα με τις αρχές.


Άρχισαν τα προβλήματα με τις αρχές
Περίπου το 1996, οι Ελληνόφωνοι από τον Πόντο που ζούσαν στην Ελλάδα, αρχίζουν να έχουν προβλήματα με τις Τουρκικές αρχές. Όσες φορές ταξίδευαν προς τον Πόντο, τους σταματούσανε στα σύνορα ή στο αεροδρόμιο και τους ρωτούσανε διάφορα και ειδικά για μένα. Τα παιδιά αυτά ήταν απλοί άνθρωποι και δεν ήταν ενημερωμένοι ούτε για τα δικαιώματα τους. Ότι τους ρώταγε η αστυνομία, αυτοί απαντούσαν. Όπου κολλούσανε, «εγώ δεν ξέρω, ο Vahit Tursun ξέρει. Αυτός μας βοηθάει εκεί.» λέγανε. Ρίχνοντας όλες τις ευθύνες πάνω μου, προσπαθούσαν να γλιτώσουν από διάφορες ερωτήσεις της αστυνομίας.

Μία μέρα ταξιδεύει προς Τουρκία ένας δικός μας (Fevzi Azal) και στον γυρισμό πάει στο Ελληνικό προξενείο για βίζα. Βρίσκεται από έξω και περιμένει να έρθει η σειρά του για να μπει μέσα. Τόν πλησιάζει ένας τύπος και του λέει πως θέλει να του μιλήσει για κάτι σημαντικό. Προχωράνε λίγο παραπέρα και ξαφνικά μπαίνει στην παρέα ένας δεύτερος. Με βια τον βάζουν στο αυτοκίνητο και του κλείνουν τα μάτια. Μετά από μισή ώρα σταματάνε κάπου και τον βάζουν σε ένα υπόγειο με λίγο φώς. Τον ξεβρακώνουν μέχρι και το εσώρουχό του. Ύστερα αρχίζουν να τον ρωτάνε διάφορα. Τελικά επί είκοσι ώρες περίπου τον κρατούσαν εκεί και τον ρωτούσαν συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Ρωτούσαν για μένα, για την σχέση του με τον κύριο Σάββα Καλεντερίδη και για κάποια άλλα ονόματα. Ότι ήξερε απαντούσε. Ύστερα τον αφήσανε σε ένα μέρος και του είπανε χωρίς να κοιτάς πίσω σου προχώρα και φύγε.

Τέτοιου είδους προβλήματα, συνεχίστηκαν επί δύο χρόνια περίπου. Ο κάθε ένας Ελληνόφωνος που ταξίδευε από Ελλάδα προς Τουρκία, έπρεπε να περάσει ανάκριση από την αστυνομία.


Μας έβαλε στη λίστα ο Kemal Yazıcıoğlu
Σε εκείνα τα χρόνια, διοικητής της αστυνομίας της Κωνσταντινούπολης, ήταν ένας Τραπεζούντιος (Kemal Yazıcıoğlu) και μάλλον σε αυτόν είχαν αναθέσει οι Τουρκικές αρχές να μαζεύει όλα τα ονόματα των ανθρώπων που ήταν από τον Πόντο και ζούσαν στην Ελλάδα. Αυτός έβγαλε μία λίστα και ετοίμασε διάφορες κατηγορίες εναντίων μας και τήν έδωσε στο πρώην Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας. Αυτά, μου τα έλεγε κάποιος ξάδερφος του (Mehmet Kul) που ήταν μεγαλέμπορος βαρέων εργοστασιακών μηχανών εδώ στην Ελλάδα. Εγώ που τα ήξερα όλα αυτά, δεν μπορούσα πλέον να σκεφτώ να κάνω ταξίδι προς τον Πόντο. Είχα την οικογένεια μου εδώ και δεν μπορούσα να μπω σε περιπέτειες με τις Τουρκικές αρχές. Αλλιώς πολύ θα ήθελα να τους πω κατάμουτρα ότι δεν είμαι Τούρκος και εσείς είσαστε ψεύτες που πάτε να μας εξαφανίσετε.

Και εδώ στην Ελλάδα τα προβλήματα φούντωναν
Τα προβλήματα εδώ στην Ελλάδα, όσο περνούσε ο καιρός φούντωναν. Άρχισα να έχω προβλήματα και με τους Πόντιους. Ο καθένας κατηγορούσε τον άλλον και μου έλεγε να μην κάνω παρέα μαζί του. Εγώ όμως, ερχόμενος από έξω και έχοντας ανάγκη την βοήθεια όλων, δεν μπορούσα να κόψω την επαφή μου με κάποιον, επειδή μου το ζήτησε ένας άλλος. Άλλωστε σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω πώς πολλοί από αυτούς που γνώρισα, δεν ενδιαφερότανε για μας και τον πολιτισμό μας πραγματικά. Μερικοί προσπαθούσαν να πείσουν τα δικά μας παιδιά που ήρθαν από τον Πόντο, ώστε να βαφτιστούν Χριστιανοί για να μην έχουνε γραφειοκρατικά προβλήματα. Εγώ ήμουν ενάντια σε αυτό. Διότι μου έκανε ζημιά στον αγώνα που έδινα για την αφύπνιση του Ελληνόφωνου πληθυσμού στον Πόντο.

Εκτός από αυτά τα προβλήματα, συνέχιζε και το πρόβλημα της Άδειας Παραμονής. Τελευταία φορά όταν μάζεψα τα ονόματα των δικών μας και πήγα στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης για ανανέωση των αδειών, εκεί βρέθηκα με κάποιον κύριο (ξέχασα το όνομα του), πού μου είπε να μην κουβαλώ διάφορα ονόματα για Άδεια Παραμονής. «αν θέλεις να σου δώσουμε όσο Άδεια θέλεις αλλά δεν θα ασχοληθείς άλλο με κανέναν και από αυτά τα ονόματα που έφερες, δεν θα πάρουν και όλοι» μου είπε. Του απάντησα: «αν δεν δώσετε Άδεια, έστω και σε έναν, δεν θέλω και εγώ». Δεν ξέρω τι ήθελε αλλά, πράγματι σε κάποια παιδιά δεν έδωσε. Από τότε, άλλο δεν μου ξανάέδωσαν και Άδεια Παραμονής.

Παρόλη την αρνητική κατάσταση που επικρατούσε και τα προβλήματα που με τυραννούσαν, η «Ατομική Αυτοκρατορία» που είχα δημιουργήσει ακόμη ήταν όρθια. Άρχισα να γνωρίζω άλλους ανθρώπους. Γνώρισα αρκετούς μη πόντιους.


Παιχνίδια τις ΜΙΤ και ΕΥΠ εναντίον μας
Δεν θυμάμαι πια χρονιά ήταν, (πάντως εποχή ΠΑΣΟΚ) μία μέρα λοιπόν, είχε εξαφανιστεί ένας δικός μας από την περιοχή Νέας Μάκρης όπου είχαμε εγκατασταθεί και ζούσαμε μαζί. Τον ψάξαμε παντού και δεν τον βρήκαμε. Το γεγονός το καταγγείλαμε στην αστυνομία και τους ρωτήσαμε αν τον έχουν αυτοί. Μας είπαν «δεν τον έχουμε εμείς». Το μεταφέραμε ακόμη και στης εφημερίδες. Μόλις καταλαβαίνουν οι αρχές ότι το θέμα πάει να βγεί στα ΜΜΕ, παίρνουν τηλέφωνο στην ΟΠΣΝΕ, τον τότε πρόεδρο Νίκο Αμανατίδη και του λένε πώς το παιδί βρίσκεται και ανακρίνεται στο «Τμήμα Κατασκοπίας». Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός . Παθαίνουμε μεγάλο σοκ. Το παιδί που το βοήθησα εγώ ο ίδιος να έρθει στην Ελλάδα, ανακρινότανε σαν «κατάσκοπος». Μα αυτός ήταν ένα παιδί που δεν γνώριζε καλά καλά το όνομα του ακόμη. Αυτός ήταν τόσο απλοϊκός και αγράμματος, θα έκανε τον κατάσκοπο; Τον γνώριζα καλά. Στο χωριό ήταν γείτονας μας. Το δημοτικό με το ζόρι είχε τελειώσει. Ότι και να ήταν, πλέον δεν μπορούσα να τον υπερασπιστώ. Ενημερώνω όλα τα παιδιά και τους λέω το και το. Φυσικά όλοι παθαίνουν το ίδιο σοκ. Έτσι αρχίζουμε να περιμένουμε το αποτέλεσμα. Με παίρνει τηλέφωνο ξανά ο Νίκος Αμανατίδης και μου λέει: «Βαχίτ, κοίταξε, την Δευτέρα θα τον αφήσουν ελεύθερο. Αλλά από κι και πέρα δεν θα τού κάνετε τίποτα. Μου είπαν από την Αστυνομία, αν πάθει κάτι, εσύ θα είσαι υπεύθυνος». Τρελάθηκα. Μα τι σχέση θα είχα εγώ μαζί του και γιατί αυτός ο εκβιασμός. Δηλαδή αν πάθει κάτι από κάποιον άλλον, εγώ θα έφταιγα; Δεν μπορούσα να βγάλω συμπέρασμα. Είχε σταματήσει το μυαλό μου. Τελικά πράγματι την Δευτέρα το πρωί βγήκε και ήρθε. Όλα τα δικά μας παιδιά που ζούσαν εδώ στην Νέα Μάκρη ήταν εξοργισμένοι. Ένας έλεγε: «ας τον καθαρίσουμε». Άλλος μιλούσε για βασανισμό, άλλος για κάτι άλλο. Δηλαδή ολόκληρος μπελάς στο κεφάλι μου. Μου είπε ένας «ας πάμε πρώτα να τού μιλήσουμε, να δούμε τι έγινε και γιατί τον πήραν». Λογικό μου φάνηκε. Μία μέρα το βράδυ, οι δύο μαζί πήγαμε στο σπίτι του. Ξεκίνησα να τού λέω: « κοίτα φιλέ, τα ξέρω όλα αλλά πρέπει να τα ακούσω από σένα. Αν τολμήσεις να πεις το παραμικρό ψέμα, σε φάγαμε εδώ ζωντανό». Άρχισε να μας κοιτάει με φόβο και έπειτα να τρέμει. «Μίλα ρε... αν μιλήσεις και πεις την αλήθεια, δεν θα σε κάνουμε τίποτα» του είπα. Άρχισε σιγά σιγά να μας εξηγεί όλη την υπόθεση. Μας λέει λοιπόν: «μία μέρα που πήγα στο Τουρκικό Προξενείο εδώ στην Αθήνα, με ρώτησαν πώς ήρθα και τώρα πού ζω εδώ στην Αθήνα, κλπ. Με ρώτησαν αν θα μείνω για πολύ καιρό ακόμη εδώ και τους είπα ότι ετοιμάζομαι να φύγω. Μου ρώτησαν αν μπορώ να κάνω μια δουλειά γι’ αυτούς. Τους είπα «ναι, φυσικά αν μπορώ». «Μπορείς, μπορείς» μου είπανε. Μου είπανε πώς ήξεραν ότι έζησα σαν Πόντιος εδώ στην Ελλάδα και αν κάνω αυτό που θα μου πούνε δεν θα είχα κανένα πρόβλημα στην Τουρκία, κλπ. Τελικά με φέρνουν στην Ξάνθη κάπου, σε κάποιο σπίτι για μία βδομάδα και εκεί με μαθαίνουν τι πρέπει και πώς πρέπει να μάθω για σένα, την παρέα και τις επαφές σου, κλπ.» αυτός όσο συνέχιζε, εγώ έπεφτα από τα σύννεφα. Μία στιγμή με παίρνει η τρέλα και ήθελα πλέον να τον αρπάξω. Με εμποδίζει ο φίλος μου και με βγάζει έξω. Ύστερα φεύγουμε και οι διό. Μετά από κάμποσες μέρες, του στέλνουμε ένα μήνυμα με άλλα παιδιά. Το μήνυμα ήταν πως το συντομότερο δυνατόν έπρεπε να φύγει από την Ελλάδα, διότι τον πήραν χαμπάρι οι αριστερές και Κουρδικές οργανώσεις και σκέπτονταν να τον καθαρίσουν. Τελικά μέσα σε μία βδομάδα, αφού κατάφερε να πουλήσει και μερικά πράγματα που είχε, ξαφνικά και κρυφά εξαφανίστηκε. Αργότερα μάθαμε πως πήγε στην Τουρκία.

Αυτός έφυγε ενώ εγώ ήμουν εδώ... είχα να αντιμετωπίσω άτομα, ερωτήσεις, καταστάσεις, δυσκολίες, κουταμάρες, λασπολογίες, αμφιβολίες και ένα σωρό άλλα. Είχα να υποφέρω τόσα και τόσα...

Αργότερα κάθομαι και σκέπτομαι ποιο ήρεμα. Ρωτώ στον εαυτό μου: «γιατί τον πήραν και γιατί τον άφησαν; Αφού τον άφησαν, γιατί τον έστειλαν πάλι στην Νέα Μάκρη; Αφού θα τον στέλνανε κοντά μας στην Νέα Μάκρη, γιατί τότε δεν τον αφήσανε σιωπηλά και ανακοίνωσαν το πού και γιατί ανακρινότανε; Δεν ήξεραν ότι θα αντιδράσουμε; Δεν φοβήθηκαν ότι μπορεί κάποιος από μας να τον σκότωνε;
Μάλλον περιπέτειες ήθελαν και αφού από την αρχή με φόρτωσαν την ευθύνη, αν πάθαινε κάτι θα με ρίχνανε μέσα... αυτά θα τα καταλάβω αργότερα.


Η Αυτοκρατορία μου κατέρρευσε και οι γνωστοί μου εξαφανίστηκαν
Ύστερα από αυτό το απίστευτο γεγονός, η αυτοκρατορία μου κατέρρευσε. Όλοι οι φίλοι (?) μου οι πόντιοι, όσο περνούσε ο καιρός, αποστασιοποιούνταν από μένα. Μέχρι τότε, σχεδόν κάθε μέρα, μιλούσαμε επί ώρες στα τηλέφωνα, κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ξαφνικά χάθηκαν. Παλαιά, για να κρατήσω επαφή με τις εκατοντάδες γνωριμίες που είχα, την ημέρα έπαιρνα τουλάχιστον σε πέντε δέκα άτομα και μιλούσα αρκετά. Τους λογαριασμούς που μου ερχόντουσαν, ούτε οι πολυεθνικές εταιρίες δεν τους είχαν. Εκατομμύρια δραχμές, είχαν γίνει αέρα. Ότι έβγαζα με τον ιδρώτα μου, το πλήρωνα στον ΟΤΕ.
Και ξαφνικά...
Βρέθηκα μέσα στην βασανιστική σιωπή. Απομονώθηκα εντελώς. Επί ένα με ενάμισι χρόνο δεν πήρα κανέναν τηλέφωνο. Ούτε κανείς με έψαξε για να δει αν ζω, για να μάθει αν απελάθηκα, αν βρίσκομαι στα βασανιστήρια της Τουρκίας. Τίποτα...

Ευτυχώς που τότε υπήρχαν δουλειές. Αφοσιώθηκα λίγο στη δουλειά μου και προσπάθησα να αντιμετωπίσω την κατάσταση.


Μέναμε παράνομα στην Ελλάδα
Παρόλο που ήμουν επίσημα εργολάβος οικοδομών και φορολογούμενος κανονικά, παρόλο που είχα σύμβαση με την ΕΡΤ, παρόλο που ήμουν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, στην χώρα βρισκόμουν παράνομα και ανά πάσα στιγμή κινδύνευα από σύλληψη και απέλαση. Επί χρόνια αυτό το πρόβλημα που είχα με τις αρχές, με έκανε να κλειστώ στο σπίτι μου και να μην μπορώ να βγω έξω, να κυκλοφορώ ελεύθερα, να αναζητώ το ψωμάκι της οικογένειας μου όπως έπρεπε. Επηρεάσθηκε η οικονομική μου κατάσταση εξαιτίας αυτών των προβλημάτων. Δεν μπόρεσα να βάλω φράγκο πάνω στο άλλο. Τα χρέη, ποτέ δεν με παράτησαν. Συνέχεια μου κάνανε παρέα. Σε όλα αυτά τα χρόνια, το μόνο καλό που είχα, ήταν πως είχα αρκετές ελεύθερες ώρες, μέρες και νύχτες, ώστε να ασχοληθώ με τον πολιτισμό μου, τόσο που δεν θα μπορούσα να ασχοληθώ σε μία φυσική κατάσταση ζωής.


Ξεκίνησα έναν αγώνα μέσω του διαδικτύου
Αφού ζούσα σαν τα ποντίκια κρυφά, κλεισμένος στο σπιτάκι μου, είχα μπόλικο χρόνο να ξοδεύω για κάθε τι. Έτσι άρχισα να γνωρίζω τους υπολογιστές. Άρχισα να χρησιμοποιώ το διαδίκτυο, περίπου από την αρχή που μπήκε στη ζωή του κόσμου, για να ενημερώσω ιστορικά τους δικούς μας στην πατρίδα. Κάθισα και δημιούργησα μία ιστοσελίδα στην δική μας διάλεκτο, με λατινικές χαρακτήρες, ώστε να μπορεί να διαβάζεται από τους δικούς μας που ζούνε στην Τουρκία και σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Έτσι άρχισα να γράφω κάτι, γύρω από την ιστορία, χωρίς να είμαι ιστορικός. Άρχισα να συμμετέχω σε ιστορικές συζητήσεις που γινόντουσαν σε διάφορα Μαυρο-θαλασσίτικα φόρουμ του διαδικτύου. Χωρίς να το συνειδητοποιήσω, βρέθηκα μέσα σε έναν πόλεμο, που κανένας εδώ στην Ελλάδα δεν γνώριζε. Έπρεπε να αντιδράσω στις κουταμάρες που γράφανε. Έπρεπε να διορθώσω τα λάθη που κάνανε. Έπρεπε να απαντήσω στα ερωτηματικά που βάζανε. Έπρεπε να αντιμετωπίσω το παραπλανητικό βομβαρδισμό που κάνανε. Έπρεπε να σκουπίσω τις λάσπες που μου ρίχνανε. Έπρεπε και έπρεπε...


Ούτε είχα, ούτε ήξερα
Για όλα αυτά, έπρεπε να ήξερα και έπρεπε να είχα. Να ήξερα καλά την Τουρκία, την Ελλάδα, τον πλανήτη. Να ήξερα αρκετά από την ιστορία του Πόντου, της Μικρά Ασίας, της Ελλάδος, του Ελληνισμού. Τίποτα από αυτά... Έπρεπε να ήξερα την αρχαιότητα, την αρχαιολογία, που εγώ ακόμη δεν είχα πάει σε κανένα μουσείο. Έπρεπε να ήξερα από κλασικά βιβλία, που εγώ ακόμη δεν είχα ακούσει τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Ιπποκράτη. Δεν είχα ακούσει για τον Ξενοφώντα, για τον Όμηρο. Δεν γνώριζα ούτε τους πατριώτες μου τον γεωγράφο Στράβωνα, τον φιλόσοφο Διογένη. Τίποτα από κανένα...

Έτσι αισθάνθηκα την ανάγκη για να ξαναέρθω σε επαφή με κάποιους συγκεκριμένους πόντιους. Έπαιρνα τηλέφωνα σε διάφορους ιστορικούς για να μάθω κάτι ώστε να απαντήσω. Πολύ καλά ξέρουν πόσες φορές πήρα για να μάθω κάτι, οι κύριοι Κώστας Φωτιάδης, Βλάσης Αγτζίδης, Νεοκλής Σαρρής και πολλοί άλλοι, σχετικοί και άσχετοι.

Και για τα παραπάνω έπρεπε να είχα αλλά δεν είχα. Να είχα περιουσία, επιχειρήσεις, λεφτά, δραχμές, ευρώ. Τίποτα από αυτά...

Έπρεπε να είχα υποστήριξη, επιδότηση, χρηματοδότηση, σε μια εποχή που όπως άκουα, πάρα πολλοί πόντιοι τσακωνόντουσαν ποιος να πάρει πόσα και από που. Ποίος έφαγε πόσα και πώς.

Δεν έπρεπε να είχα ψυχολογική υποστήριξη τουλάχιστον; Ενώ εγώ είχα την αστυνομία που έπρεπε να παίζω κρυφτό μαζί της, διότι δεν είχα άδεια παραμονής. Έτρεμα όταν έβλεπα τροχονόμο, διότι δεν είχα δίπλωμα οδηγήσεως. Πάντα ζούσα τον φόβο της απέλασης και φυλάκισης.



Οι φίλοι μου δεν μπορούσαν χωρίς τους Ελληνόφωνους
Όμως από την άλλη, οι πόντιοι που είχαν μάθει να κάνουν πολιτική στις πλάτες των Ελληνόφωνων Ποντίων, έπρεπε να βρουν άλλους και το κατάφεραν. Δεν ήθελαν δύσκολο άτομο σαν κ’ εμένα.

Μία μέρα ακούω ότι ήρθαν κάποια παιδία από τον Πόντο και άρχισαν να σπουδάζουν εδώ στα πανεπιστήμια. Τους είχαν φέρει από την Τουρκία, άνθρωποι που σύχναζα μαζί τους. Ενώ μέχρι τότε, με ενημέρωναν όταν ήτανε να πάνε στον Πόντο και με ρωτούσαν ποιους μπορούν να βρούνε εκεί, κλπ. ξαφνικά φέρνουν άτομα από τον Πόντο και εγώ το μαθαίνω μετά από μήνες. Μάλλον δεν ήθελαν καν να έρθω σε επαφή με αυτά τα παιδιά. Ίσως φοβόντουσαν μήπως τους ενημερώσω για κάποια πράγματα που δεν πήγαιναν καλά εδώ. Για να τους χειριστούν εύκολα, να τους βαφτίσουν Χριστιανούς χωρίς να αντιδράσει κανείς. Ίσως θέλανε έτσι να δικαιολογήσουν τα επιχειρήματα τους κάποιοι άνθρωποι εδώ που συνέχεια μιλούσανε και γράφανε για «Κρυπτοχριστιανούς» στον Πόντο. Με μένα αυτό δεν γινότανε...

Τελικά, μετά από μήνες, σιγά σιγά γνωρίστηκα με αυτά τα παιδιά αλλά, παρατήρησα πώς προσπαθούσαν να κρατήσουν μια περίεργη απόσταση μαζί μου. Και εγώ από την δική μου πλευρά κράτησα μια απόστασή, ώστε να μην ενοχληθούν εξαιτίας μου από τις Τουρκικές αρχές.

Αργότερα ξεκίνησαν κάποιοι από αυτούς που τους έφεραν, να μαζεύουν βοήθεια για να τους συντηρήσουν. Ακόμη και σε αυτό βοήθησα, οργανώνοντας μία εκδήλωση στην Νέα Μάκρη. Σε αυτήν την εκδήλωση, είχαν έρθει κάποιοι τύποι, που με ρώτησαν με περίεργο τρόπο, πώς μάζεψα τόσο κόσμο και από που τους γνωρίζω, κλπ.

Υποψιάζομαι ότι, μάλλον ήτανε κάποιοι από τον κρατικό μηχανισμό, οι οποίοι θέλανε να ελέγχουνε τις μάζες και αυτούς που μπορούσαν να μαζέψουν τις μάζες.

(συνεχίζεται)

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

«Οι Μουσουλμάνοι Έλληνες του Πόντου» του Vahit Tursun. Σήμερα Σάββατο 16 Μαΐου, στο ένθετο του ΈΘΝΟΣ...

Η ζωή μου στην Ελλάδα : Τού VAHIT TURSUN

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Κύριες και κύριοι, λέγομαι Vahit Tursun. Γεννήθηκα 1966 στο χωριό Ότσενα (Όκενα), σημερινό "Köknar" κοντά στην κωμόπολη Κατωχόρι (Caykara), στην περιοχή της Τραπεζούντας. Με την λέξη ‘πουλόπομ’ άνοιξα τα μάτια μου στον κόσμο. Μέχρι επτά χρονών μιλούσα κάποια γλώσσα πού δεν ήξερα τι είναι. Ξεκίνησα να μάθω τα Τουρκικά στο δημοτικό σχολείο. Τότε κατάλαβα πως μιλούσαμε μία άλλη γλώσσα. Τότε ξεκίνησα να αναρωτιέμαι για την μητρική μου γλώσσα. Ρωμαίικα την λέγανε.

Στα 21 μου χρόνια, πρώτη φορά συνάντησα κάποιον έλληνα από την Πόλη και από τον οποίον έμαθα, πώς την γλώσσα μου την λένε Ποντιακά και ομιλείται από πολλούς στην Ελλάδα.

Στα 22 μου χρόνια συνάντησα κάποιους Έλληνες τουρίστες. Τους πέτυχα την ώρα που έμπαιναν στο λεωφορείο για αναχώρηση. Μπήκα μέσα και φώναξα δυνατά, αν γνωρίζει κανείς ποντιακά. Μια ηλικιωμένη γυναίκα με ρώτησε από πού είμαι. Όταν της απάντησα ‘από την Τραπεζούντα’, σηκώθηκε από την θέση της και ήρθε με αγκάλιασε τόσο σφιχτά και τόσο ζεστά, σα να ήμουν παιδί της, που είχε χρόνια να δει. Συγκλονίστηκα. Σκέφτηκα πώς πρέπει να είναι όμορφα, φιλόξενα εκεί στην Ελλάδα.

Ήρθα στην Ελλάδα
Τελικά, στα 23 μου χρόνια, δηλαδή, σχεδόν σε παιδική μου ηλικία, αποφασίζω να ταξιδέψω στην φιλόξενη χώρα που ονειρευόμουν για μία καλύτερη ζωή. Έτσι μπαίνω στην Ελλάδα στις 25.11.1989. Ήταν η πρώτη φορά που έπρεπε να χρησιμοποιώ μία γλώσσα που την μιλούσαμε κρυφά ανάμεσα στον λαό της Τουρκιάς, μία γλώσσα που όταν μας ρωτούσαν γι’ αυτήν, λέγαμε ότι είναι Λαζική, για να γλιτώσουμε από διάφορες προσβλητικές ερωτήσεις και για να ξεφύγουμε από τυχόν ταπεινώσεις. Ήταν η πρώτη φορά που ελεύθερα πια, θα χρησιμοποιούσα τη γλώσσα του χωριού μου, τη γλώσσα της μανούλας μου, τα Ρωμαίικα μου, σε μία ξένη χώρα για να συνεννοηθώ. Το τί χαρά είχα τότε και τί αισθήματα κουβαλούσα δεν εξηγείται.

Βρήκα δουλειά
Ένα μήνα περίπου έψαχνα δουλειά και αφού είχε τελειώσει και η βίζα μου, δεν μπόρεσα να κουνηθώ πουθενά. Ύστερα βρήκα μία δουλειά σε μία οικοδομική εταιρία στην οποία δούλευα ως εργάτης, ενώ ήμουν μάστορας. Επειδή ήμουν μικρός, δεν με πίστευαν ότι καταφέρνω καλά κάποια δουλειά. Έτσι πέρασαν τρεις μήνες περίπου και μόλις στάθηκα όρθιος οικονομικά, άρχισα να ψάχνω του πόντιους. Ήθελα πολύ να τους βρω και να τους μιλήσω. Ήξερα ότι θα μάθαινα αρκετά από την ιστορία τους που είχε και άμεσα σχέση με την ιστορία των προγόνων μου. Αλλά πριν ξεκινήσω να μαθαίνω κάτι από την ιστορία, έπρεπε να τους πω για το πρόβλημα μου με την άδεια παραμονής. Διότι από καιρό είχε τελειώσει η βίζα που είχα και πλέον έμενα λαθραία στην Ελλάδα.

Ο πρώτος Ποντιακός Σύλλογος που πήγα
Ρωτώντας μερικούς ανθρώπους πού μπορώ να βρω πόντιους ή ποντιακούς συλλόγους, με κατευθύνανε στην Καλλιθέα. «εκεί θα βρεις αρκετούς πόντιους» μου είπανε. Το πόσο αγωνία είχα δεν λέγεται. Θα έβρισκα Έλληνες πολίτες, με τους οποίους ήμουν πατριώτης. Με τους οποίους είχα ιστορική σχέση. Θα μου λέγανε για την ιστορία και εγώ θα μάθαινα για τους προγονούς μου. Θα άκουα πράγματα που δεν είχα ακούσει από την ημέρα που είχα γεννηθεί.
Τελικά πείρα το τρένο από την Ομόνοια και κατέβηκα στην Καλλιθέα. Ρωτώντας πάλι τους ανθρώπους, με κατεύθυναν στο σύλλογο «Αργοναύτες Κομνηνοί». Δεν θυμάμαι καλά αλλά νομίζω ένα απόγευμα ήταν. Όταν έφτασα στην είσοδο του συλλόγου, κόντεψα να πάθω καρδιακό από την αγωνία μου. Σκεπτόμουν ποίους θα συναντήσω και τι θα τους πω. Τι κουβέντα θα πιάσουν μαζί μου και τι να τους πω. Τελικά μένω μέσα. Στο τραπέζι καθόταν μία κυρία. Μόλις με είδε, «ορίστε, τι θέλετε;» μου είπε. Ξεκίνησα να της λέω από που είμαι και πως θέλω να γνωρίσω τους πόντιους. Της είπα και το πρόβλημα μου με την άδεια παραμονής. Η κυρία αυτή, φάνηκε ψυχρή απέναντι μου. Δεν με ρώτησε και πολλά πράγματα. Μου είπε ότι δεν μπορεί κανείς από το σύλλογο να βοηθήσει στο πρόβλημα με την άδεια παραμονής. Μου έγραψε μία διεύθυνση πίσω από μία παλαιή πρόσκληση του συλλόγου και μου την έδωσε. Μου είπε κάτι αλλά δεν κατάλαβα και καλά. Δεν ήξερα και καλά Ελληνικά ακόμη. Εγώ νόμισα ότι με στέλνει κάπου, ώστε εκεί θα βρω κάποιον ο οποίος θα με βοηθήσει. Τελικά φεύγω από εκεί και την άλλη μέρα, δείχνοντας το γράμμα που ήταν πίσω από την πρόσκληση σε κάποιους, με κατεύθυναν σε ένα κτίριο δίπλα στο σύνταγμα. Μπαίνω μέσα και στην είσοδο υπήρξε ένα μικρό δωματιάκι με τζάμι μπροστά. Από την τρύπα με ρώτησε ο υπάλληλος ποιον ψάχνω. Του έδωσα την πρόσκληση που μου έδωσε η κυρία από τον σύλλογο. «Εδώ είναι αυτό που ψάχνεις αλλά τι θέλεις εδώ και ποίον ψάχνεις» με ρώτησε ο κύριος που καθότανε μέσα. Κατάλαβα πως κάτι δεν πάει καλά. Του ζήτησα την πρόσκληση πίσω και αμέσως αποχώρισα από εκεί. Άρχισα να αναρωτιέμαι για το τι έγραφε πίσω από την πρόσκληση. Κατέβηκα στο καφενείο όπου σύχναζα και βρήκα κάποιον κούρδο που ήταν χρόνια εδώ στην Ελλάδα και ήταν πολιτικός πρόσφυγας με τον οποίον λίγο πολύ είχα γνωριστεί. Τον παρακάλεσα να μου διαβάσει και να μου εξηγήσει τι έγραφε πίσω από την πρόσκληση. Μου είπε ότι πίσω στην πρόσκληση είναι γραμμένη η διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και τίποτα άλλο. Έπαθα σοκ. Πικράθηκα κιόλας. Αυτήν την κυρία που συνάντησα στο σύλλογο, της είχα πει ότι δεν έχω άδεια παραμονής. Αυτή με στέλνει έτσι όπως ήμουν λαθραίος στην χώρα, στο στόμα του λύκου.

Μέχρι σήμερα, μάλλον πέντε φορές βρέθηκα σε αυτόν τον σύλλογο για κάποιες εκδηλώσεις αλλά δεν έτυχε να γνωρίσω με κανέναν. Μάλλον φαίνετε πώς δεν κατάφερα να τους δώσω τον αέρα του Πόντου που έφερα μαζί μου. Αν έχω γνωριστεί με κάποιον από τον σύλλογο «Αργοναύτες Κομνηνοί» που δεν τον θυμάμαι, ας με συγχωρέσει.

Βρήκα δικούς μας ανθρώπους
Μετά από την άτυχη προσπάθεια μου με τον σύλλογο «Αργοναύτες Κομνηνοί», συνέχισα να ψάχνω να βρω τους Πόντιους. Μία μέρα ρωτώντας κάποιους, με κατεύθυναν προς το Μενίδι. «Εκεί όλοι Πόντιοι είναι» μου είπαν. Αμέσως παίρνω ένα ταξί και πάω στο Μενίδι. Ρωτάω την διεύθυνση του συλλόγου και με κατευθύνουν. Τελικά βρίσκω τον σύλλογο. Ήταν ακόμη κλειστός. Κάνοντας βόλτες εκεί γύρω για να περάσει η ώρα, ώστε να ανοίξει ο σύλλογος και να έρθει ο πρόεδρος, παρατήρησα πώς κάποιοι γέροι μαζί με τις οικογένειες τους, κάνοντας και αυτοί βόλτες γύρω από τον σύλλογο, μιλούσαν την δική μας γλώσσα. Δηλαδή τα Ρωμαϊκά. Μία στιγμή έπαθα ένα γλυκό σοκ. Αφού μήνες ήταν πού δεν είχα ακούσει την μητρική μου διάλεκτο, την είχα επιθυμήσει πολύ. Ειλικρινά, την Ελλάδα δεν την αισθάνθηκα ως ξένη χώρα, όμως από τη στιγμή που άκουσα τα Ποντιακά, πλέον αισθάνθηκα σαν να ήμουν σε ένα γειτονικό χωριό του Πόντου. Άλλωστε πριν να έρθω στην Ελλάδα, είχα βρεθεί σε Αραβικές χώρες με τον πατέρα μου, είχα πάει και στην Περσία μόνος μου και γι’ αυτό ήξερα το «ξένο» πώς είναι.
Προσπάθησα λοιπόν να μείνω κοντά σε αυτήν την οικογένεια για να ακούσω την όμορφη γλώσσα μου. Μία στιγμή αυτοί με παρατήρησαν και νόμισαν ότι τους παρακολουθώ σκόπιμα. Άρχισαν να με κοιτάνε. Τότε, εγώ ντράπηκα και αναγκάστηκα να τους μιλήσω. Τους ρώτησα: «με συγχωρείτε, από πού είστε;» Μου απάντησαν πώς ήρθαν από ένα μέρος της Ρωσίας. «Σας ακούω να μιλάτε μία γλώσσα σαν την δική μου, γι’ αυτό προσπαθώ να ακούσω την ομιλία σας» τους είπα. Ύστερα διακόπηκε η συζήτηση. Έκαναν οικογενειακό περίπατο και εγώ ήμουν περιττός. Εξ άλλου δεν ήξεραν και από που είμαι. Ίσως να νόμισαν ότι είμαι ντόπιος. Διότι είχαν έλθει πρόσφατα από την Ρωσία και πολύ πιθανόν να μην ήξεραν Νεοελληνικά.

Ο πρόεδρος με φέρθηκε πολύ φιλικά
Σε μερικά δεκάλεπτα λοιπόν, έρχεται ο πρόεδρος του συλλόγου και εγώ απευθύνομαι σε αυτόν. Του λέω από που είμαι και του εξηγώ το πρόβλημα μου με την άδεια παραμονής. Ο πρόεδρος μόλις άκουσε ότι είμαι από την Τραπεζούντα, έπαθε ένα σοκ που όσο παρέμενα εκεί κοντά του, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Η συμπεριφορά του ήταν πάρα πολύ φιλική. Στη ζωή μου πρώτη φορά ένοιωσα να μου δίνει τόση σημασία ένας άνθρωπος. Τελικά παίρνει τηλέφωνο σε δύο τρεις και μίλησε για μένα και για το πρόβλημα μου. Μάλλον τον παρέπεμψαν σε κάποιον άλλον, τον οποίον δεν τον έβρισκε στο τηλέφωνο. Με κέρασε ένα καφέ και πιάσαμε κουβέντα. Ότι του έλεγα, ενθουσιαζόταν. Για μένα αυτά που ήταν συνηθισμένα, αυτόν τον σοκάρανε. Με ρωτούσε διάφορα για μας εκεί στον Πόντο. Τελικά αφού δεν βρήκε το άτομο που έψαχνε και επειδή εγώ έπρεπε να φύγω, διότι η ώρα είχε περάσει, μου έδωσε το τηλέφωνο του σπιτιού του και μου είπε να τον πάρω σε μία δυο μέρες για να μου πει ποιον να πάω να βρω, ώστε να με βοηθήσει. Επειδή από τον πολύ ενθουσιασμό μόνο αυτός ρωτούσε και εγώ απαντούσα, δεν βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω το όνομα του. Τελικά αποχώρισα από εκεί και έφυγα για την Ομόνοια, όπου λίγο παρακάτω ήταν και το σπίτι που έμενα. Σε δύο μέρες πού ήθελα να τον πάρω τηλέφωνο για να ρωτήσω το τί έγινε, δεν ήξερα ποιον θα αναζητήσω στο τηλέφωνο. Δείχνω την κάρτα που μου έδωσε σε κάποιον κύριο και του ζήτησα να μου διαβάσει το όνομα. «Θεόδωρος Κϊαχόπουλος» γράφει στην κάρτα μου είπε. Ίσως στο μικρό του όνομα να κάνω λάθος αλλά το επίθετο το θυμάμαι καλά.

Απόκτησα την πρώτη μου Άδεια Παραμονής
Τελικά η διεύθυνση που μού είπε να πάω, ήταν το «Υπουργείο Πολιτισμού Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού». Μου είπε: «Εκεί να πάς να βρεις τον κύριο Δημήτρη Φίλη» ο οποίος ήταν Γενικός Γραμματείας. Η διεύθυνση αυτή, παλιά ήταν πάνω στην οδό Αχαρνών, τώρα δεν ξέρω αν είναι ακόμη εκεί. Όταν πήγα εκεί και ανέβηκα στον πρώτο όροφο, ζήτησα τον κ. Δημήτρη Φίλη. «Δεν ήρθε ακόμη» μου είπαν. Ύστερα με ρώτησαν γιατί τον ψάχνω και τους είπα το πρόβλημα μου. Οι υπάλληλοι εκεί δεν είχαν καταλάβει ότι εγώ είχα ραντεβού με τον κ. Γενικό Γραμματεία και νόμισαν ότι ήρθα να ζητήσω απλώς την βοήθεια του. Ήμουν σε μια ολόκληρη αίθουσα και ήταν αρκετοί υπάλληλοι εκεί. Σε λίγο χρονικό διάστημα έμαθαν όλοι τους από που είμαι. Ενθουσιασμένοι και αυτοί, έπαιρναν δεξιά αριστερά τηλέφωνα για να μάθουν πώς θα μπορούσα να ταχτοποιηθώ. Δεκάδες τηλέφωνα έπαιρναν για να μάθουν την διαδικασία. Διότι ήμουν Τούρκος πολίτης και είχα έρθει με διαβατήριο. Ούτε άσυλο μπορούσα να ζητήσω, ούτε κανένας νόμος υπήρξε, συγκεκριμένα για Τούρκους υπηκόους. Επί δύο ώρες περίπου προσπαθούσανε να βρούνε μία λύση για να με βοηθήσουν. Τελικά ο Γενικός ήλθε αλλά είχε ξεχάσει το ραντεβού μαζί μου. Μία στιγμή τον ρωτάνε για μένα και τότε θυμάται το ραντεβού που είχαμε. Με φέρνουν στο γραφείο του και με ρωτάει από που είμαι, κλπ. Από εκεί και ύστερα πού με έστειλε και πού πήγα δεν θυμάμαι, αλλά στο τέλος κατάφερα να πάρω άδεια παραμονής για ένα εξάμηνο που μου την έδωσαν για ανθρωπιστικούς λόγους , χάρη στην βοήθεια αυτών των δύο ανθρώπων, του κυρίου Κϊαχόπουλου και του κυρίου Φίλη.

Γνωρίζω αρκετό κόσμο
Σε μερικούς μήνες, βρέθηκα και γνωρίστηκα με αρκετούς συμπατριώτες μου εδώ στην Ελλάδα. Γνώρισα διάφορους πρόεδρους συλλόγων, γραφειοκράτες, διπλωμάτες, κλπ. Όλοι τους ήταν ενθουσιασμένοι μαζί μου. Τουλάχιστον σε μένα έτσι φαινότανε. Εντωμεταξύ, εγώ είχα βρει δουλειά στην Ανάβυσσο και μετακόμισα εκεί. Όμως όλοι ήθελαν να με δούνε, ήθελαν να συμμετέχω στην εκδήλωση, στην βραδιά, στα γλέντια τους. Και εγώ το ήθελα. Γνώριζα περισσότερο κόσμο, μάθαινα κάτι παραπάνω από την ιστορία. Ο καθένας μου εξηγούσε όσο ήξερε και εγώ πεινούσα για να μάθω. Άρχισα συχνά, να πηγαινοέρχομαι στην Αθήνα. Έπαιρνα το λεωφορείο από την Ανάβυσσο και επειδή οι εκδηλώσεις και οι βραδιές τελείωναν συνήθως αργά, εγώ γύριζα πίσω, πληρώντας ταξί. Όλοι «Βαχίτ, οπωσδήποτε θα έρθεις, σε περιμένουμε» μου λέγανε. Κανείς όμως δεν με ρώταγε με τι μέσον θα γίνει αυτό. Πολλές φορές, μετά τις εκδηλώσεις, με έπαιρναν μαζί τους και πηγαίναμε για φαγητό. Περνούσαν οι ώρες και ο γυρισμός μού στοίχιζε διπλάσια, συν το αυριανό μεροκάματο.

Παίρνω την οικογένεια μου στην Ελλάδα
Το 1990, φέρνω στην Ελλάδα την γυναίκα και το κοριτσάκι μου που ήταν μόλις δυόμισι χρονών. Αρχίζουμε πλέον οικογενειακά να ζούμε στην Ελλάδα. Για την δεύτερη Άδεια Παραμονής, πάλι έτρεξα και πάλι παρακάλεσα. Τότε καθόμασταν στην Καλλιθέα. Είχα αναλάβει ως εργολάβος μια οικοδομή του κύριου Μελέτη Σιδηρόπουλου. Ακόμη και με την γυναίκα του που γνώριζε καλά τον κύριο Καρατζαφέρη (Σήμερα πρόεδρος ΛΑΟΣ) που τότε ήταν δημοσιογράφος και είχε γραφείο στην Καλλιθέα πήγαμε. Παρόλο που η κυρία Ελένη που πήγαμε μαζί, του μίλησε για μένα (πώς είμαι πόντιος από τον σημερινό Πόντο, κλπ), ούτε σημασία μου έδωσε ούτε με καλωσόρισε. Τελικά έτρεξα από δω έτρεξα από ‘κι και βρήκα κάποια άτομα (ξέχασα ακριβός ποιοι) με κλείνουν ραντεβού με τον τότε υπουργό Εξωτερικών, τον κύριο Σαμαρά. Βρέθηκα μαζί του και ήταν κοντά μας και ο κύριος Λυκίδης. Ο κ. Λυκίδης δεν ξέρω τι ιδιότητα είχε εκεί στο υπουργείο αλλά, του είπε ο υπουργός: «ταχτοποιήστε το πρόβλημα του παιδιού ώστε να μην έχει ποτέ πρόβλημα». «τελειώσαμε με τα προβλήματα της Άδειας Παραμονής για πάντα» είπα από μέσα μου. Βγαίνουμε λοιπόν από το γραφείο του υπουργού και πάμε στο γραφείο του Λυκίδη. Μου λέει ο Λυκίδης, με ένα σκληρό ύφος: «κοιτά, ξέχνα αυτά που είπε ο υπουργός, ένα εξάμηνο θα πάρεις και ύστερα βλέπουμε». Λες κι λεφτά θα πλήρωνε από την τσέπη του.

Τελευταία φορά επισκέπτομαι το χωριό μου
Ύστερα από την συνάντηση μου με τον υπουργό εξωτερικών, με την εξάμηνη Άδεια Παραμονής που κατάφερα να πάρω, πήγα για πρώτη φορά από τότε που είχα έρθει, για να επισκεφτώ την πατρίδα μου. Ήταν ενδέκατος μήνας του 1991. Έμεινα εκεί ένα μήνα περίπου. Όταν πήγα στο χωριό, όλοι οι άνθρωποι με ρωτούσαν διάφορα για την Ελλάδα και την ιστορία μας. Είχαν μεγάλη περιέργεια να μάθουν και αυτοί μερικά που δεν ήξεραν από πρώτο χέρι. Ατελείωτες ερωτήσεις μου κάνανε. Εγώ δεν είχα μάθει και δεν ήξερα τόσα πράγματα ώστε να απαντήσω σε κάθε ερώτηση που μου κάνανε. Όμως προσπαθούσα να τους πω αυτά που συνάντησα στην Ελλάδα και τους εξηγούσα την φιλοξενία και τον ενθουσιασμό απέναντι μας. Πολλοί με ζήλευαν. Πολλοί ήθελαν να έρθουν στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και με παρακαλούσανε να κάνω κάτι ώστε να πάρουν και αυτοί βίζα.

Γυρίζω πίσω στην Ελλάδα
Ύστερα από ενός μηνός επίσκεψη μου στο χωριό που γεννήθηκα, γυρίζω ξανά στην Ελλάδα. Το 1992, με τις γνωριμίες που είχε ο κύριος Βλάσης Αγτζίδης, με τον οποίον γνωριζόμασταν καλά από το σύλλογο «Αργώ» που εδρεύει στην Καλλιθέα, καταφέρνουμε και ξεκινάμε μαζί μια εκπομπή στην ΕΡΤ ΕΡΑ-5 στα Ποντιακά που την άκουε όλος ο Απόδημος Ελληνισμός. Η εκπομπή αυτή γινόταν κάθε Κυριακή για 15 λεπτά και στα βραχέα κύματα. Έτσι ξεκίνησα να δουλεύω με σύμβαση πλέον, με έναν κρατικό ραδιοσταθμό. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα. Γνωριζόμουν άνετα με κάθε έναν που συναντούσα, αφού είχα την δύναμη πλέον ενός δημοσιογράφου. Παρ’ όλες τις δυσκολίες που συναντούσα με την γραφειοκρατία, όλα φαινόντουσαν κάπως καλά. Εγώ συνέχιζα κανονικά το πήγαινε-έλα στους συλλόγους, στις εκδηλώσεις, στις γιορτές, στα πανηγύρια, στις βραδιές, στα γλέντια, κλπ. Σύντομα κατάφερα να πάρω εδώ τα αδέρφια μου και μερικούς άλλους. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. Άρχισαν τα πράγματα να ζορίζουν. Παρόλο που είχα πρόσβαση παντού, αποτέλεσμα δεν έβγαινε εύκολα, όσον αφορά τις Άδειες Παραμονής. Εκτός αυτού, άρχισαν να κόβονται και οι βίζες προς τους δικούς μας.
Μία μέρα παίρνω τηλέφωνο σε έναν γνωστό μου και του ζητάω βοήθεια, ώστε να πάρει βίζα η νύφη μου για την Ελλάδα. Μου λέει τώρα θα στείλω φαξ στο Ελληνικό Προξενείο της Πόλης και από αύριο ας πάει να πάρει την βίζα της η γυναίκα. Ενημερώνω την νύφη μου και αυτή, σηκώνεται από την Τραπεζούντα και πάει στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να πάρει την βίζα της και να έρθει στην Ελλάδα. Τελικά επί έξι μήνες μας κορόιδευαν. Επί έξι μήνες με τυράννησαν. Η νύφη μου στην πόλη ταλαιπωρήθηκε άσχημα. Από το Υπουργείο Εξωτερικών μου δίνανε τον αριθμό πρωτοκόλλου του φαξ του αιτήματος και εγώ έπαιρνα τηλέφωνο στο προξενείο και τους το έδινα. «Δεν μας ήρθε τίποτα με αυτόν τον αριθμό» μου λέγανε. Τελικά ποίος έλεγε ψέματα ακόμη μου είναι άγνωστο. Η ο γνωστός από το υπουργείο, ή αυτοί από το προξενείο. Τσατίζομαι και μία μέρα παίρνω τηλέφωνο στο προξενείο και τους τα μετράω άσχημα.
Εκείνες τις μέρες γινόταν το Ποντιακό Πανηγύρι που πραγματοποιείται κάθε χρόνο. Πάω στο πανηγύρι και εκεί βρίσκω έναν γνωστό μου, τον κ. Σάββα Καλεντερίδη, τον όποιον είχα γνωρίσει πριν μερικούς μήνες, όταν δούλευα σε μία οικοδομή στην Καλλιθέα. Με ρώτησε τι κάνω, πως πάω, κλπ. δεν τού έδωσα και πολύ σημασία. Διότι είχα κουραστεί πλέον από τις επαφές και από τις ατελείωτες και πολλές φορές ασήμαντες ερωτήσεις του κόσμου. «Αυτοί που γνωρίζω φτάνουν» έλεγα. Μόλις παρατήρησε την απροθυμία μου να τού μιλήσω, με ρώτησε: «τι έχεις και φαίνεσαι στενοχωρημένος;». Του λέω: «το και τό με την νύφη μου». Μου λέει «έχω έναν γνωστό στο Ελληνικό Προξενείο της Σμύρνης, θα τον πάρω τηλέφωνο και θα ταχτοποιηθεί το πρόβλημα σου. Πες την νύφη σου να πάει στη Σμύρνη». Χαμογελώντας, τον κοίταξα περίεργα. «εγώ που έχω τόσους γνωστούς στην γραφειοκρατία και δεν το κατάφερα, εσύ θα το καταφέρεις» έλεγα από μέσα μου. «άσε φιλέ, έχω κουραστεί και η νύφη μου ταλαιπωρήθηκε πολύ» του είπα. Μόλις κατάλαβε ότι δεν τον εμπιστεύτηκα, «κάτσε να πάρω ένα τηλέφωνο και να σου πω για σίγουρα» μου είπε και απομακρύνθηκε λίγο από κοντά μου. Ήθελε να μου κάνει να πιστέψω ότι πράγματι πήρε τηλέφωνο και ότι δέχτηκε ο φίλος του να δώσει βίζα, ώστε να πω την νύφη μου να πάει στη Σμύρνη.
Ο Σάββας Καλεντερίδης, όταν τον γνώρισα, μου είχε πει ότι δουλεύει σε κάποια εταιρία στην Ελβετία. Γι’ αυτό και εγώ δεν έδινα σημασία σε αυτά που έλεγε.

Σε λίγα λεπτά ξανά έρχεται κοντά μου ο κ. Καλεντερίδης και μου λέει: « πήρα τηλέφωνο και μίλησα με αυτόν τον φίλο μου και δέχτηκε να δώσει βίζα την νύφη σου, παρ’ την αμέσως τηλέφωνο και πες την αύριο να πάει στη Σμύρνη». Παρόλο που είχα ακόμη αμφιβολίες για το αν θα πάρει βίζα η νύφη μου ή όχι, ντροπαλά ντροπαλά παίρνω την νύφη μου τηλέφωνο και της λέω να πάει για τελευταία φορά στη Σμύρνη. Τελικά παίρνει βίζα η νύφη μου και έρχεται και αυτή εδώ στην Ελλάδα.

Είχα δημιουργήσει σχεδόν μία «Ατομική Αυτοκρατορία»
Σε τρία με τέσσερα χρόνια, μαζί με τα γυναικόπαιδα, είχαμε φτάσει στα 40 άτομα περίπου, που ήμασταν Ελληνόφωνοι από τον Πόντο. Ήθελα να έρθουν και άλλοι ώστε να δημιουργήσουμε μια μικρή κοινότητα, η οποία θα αποτελούσε μια γέφυρα μεταξύ των εδώ Ποντίων και των δικών μας ανθρώπων στον Πόντο. Όμως τα πράγματα όσο περνούσαν η ημέρες, δυσκόλευαν. Εκεί πού παλαιά έτρεχα να πάρω Άδεια Παραμονής για μένα και την οικογένεια μου, τώρα έπρεπε να τρέχω για πολλά άτομα. Αφού άρχισαν και τα παιδιά να πηγαίνουν σχολείο εδώ και χρειαζόντουσαν χαρτιά. Γι’ αυτό και έπρεπε να τρέχω περισσότερο για να κάνω δημόσιες σχέσεις. Και ποιους δεν γνώρισα σε λίγα χρονιά; Προέδρους συλλόγων, γραφειοκράτες, βουλευτές (κανένα από πόντιο!), υπουργούς, κλπ. τελικά στην εποχή του ΠΑΣΟΚ που ήταν υπουργός Δημόσιας Τάξης ο κύριος Στέλιος Παπαθεμελής, κατάφερα να πάρω δύο φορές Άδεια Παραμονής, σχεδόν για όλους. Όμως όχι για πάντα, όλες οι άδειες ήταν εξάμηνες και πάλι για ανθρωπιστικούς λόγους. Πάντως, στην εποχή του κύριου Παπαθεμελή, αισθανόμουν άρχοντας. Μαζί με τις άλλες γνωριμίες που είχα και ειδικά στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, είχα δημιουργήσει σχεδόν μία «Ατομική Αυτοκρατορία».

Ξεκίνησα να αγωνίζομαι για τον πολιτισμό μου
Μέσα στα πρώτα δυο χρόνια που βρισκόμουν εδώ στην Ελλάδα, κατάφερα να μάθω αρκετά γύρω από τα ποντιακά ζητήματα και ξεκίνησα να ασχολούμαι κι εγώ. Ο μοναδικός μου σκοπός ήταν να μπορέσω να κάνω κάτι για να σωθεί η μητρική μου γλώσσα. Να κάνω κάτι για μία γλώσσα που κάθε μέρα που περνάει, αυτή πεθαίνει. Κάθε κάτοχος αυτής της γλώσσας που ξεψυχάει, παίρνει μαζί του πανάρχαιες λέξεις, τοπωνύμια, ονόματα δέντρων, φυτών, χόρτων, βοτάνων και έτσι αυτά, εξαφανίζονται από το λεξιλόγιο του πλανήτη. Γι’ αυτό ήθελα πολύ να ενημερώσω τους δικούς μας στον Πόντο. Πριν απ’ αυτό όμως, έπρεπε να ξεκινήσω από την Ελλάδα. Διότι πολλοί από τους πόντιους εδώ στην Ελλάδα δεν ήξεραν για μας. Στης εκδηλώσεις, μάς παρουσίαζαν οι φίλοι μας ως εξισλαμισμένους και κάποιοι λέγανε στο κοινό, ότι είμαστε κρυπτοχρηστιανοί. Δεν μπορούσαν ανοικτά να πούνε τον κόσμο ότι είμαστε απλά Μουσουλμάνοι. Έτσι ξεκινάω να γράφω. Το πρώτο μου άρθρο ήταν στα Ελληνικά. Παρουσιάστηκε στην Ελευθεροτυπία και αυτό πάλι με τις γνωριμίες του κύριου Αγτζίδη. Στη ζωή μου ποτέ πουθενά δεν είχα γράψει τίποτα μέχρι τότε. Ακόμη το δεύτερο και το τρίτο μου άρθρο, τα έγραψα στα Ελληνικά.

συνεχίζεται


«Οι Μουσουλμάνοι Έλληνες του Πόντου» του Vahit Tursun. Σήμερα Σάββατο 16 Μαΐου, στο ένθετο του ΈΘΝΟΣ...