Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Τελευταία Απόφαση της Σπίθας Χαλανδρίου – Βριλησσίων

Τελευταία Απόφαση της Σπίθας Χαλανδρίου – Βριλησσίων
5 Ιουλίου 2011


Σε πρόσφατη απόφασή μας (27-6), μεταξύ άλλων, αναφερόμαστε στην παθολογία που έχει αναπτυχθεί στην ΚΑΠ και καλούσαμε το Μίκη να αναλάβει πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της δημοκρατικής και ψυχικής ενότητας στη Σπίθα, που με ευθύνη του είχε βαρύτατα πληγεί.


Παρακολουθήσαμε ωστόσο στη συνέχεια, πρωτοβουλίες του Μίκη στην αντίθετη κατεύθυνση και μια άκρως προκλητική στάση του απέναντι στις Σπίθες και στους Σπιθίτες. Στο σπιθικό σκηνικό των τελευταίων ημερών παρήλασαν η πλήρης παράκαμψη των αποφάσεων της συνδιάσκεψης και της επιτροπής που προέκυψε απ’ αυτή, η «συνέχιση της συνδιάσκεψης» μέσω ανεξέλεγκτων διαδικτυακών διαδικασιών, ο διορισμός επιτροπής με οργανωτικά καθήκοντα αλλά και καθήκοντα καθορισμού της πολιτικής πρότασης (!!!) της Σπίθας, η συνεχιζόμενη λογοκρισία στην κεντρική ιστοσελίδα, και τέλος οι εκκαθαριστικές πρακτικές είτε με προσκλήσεις σε πογκρόμ, είτε με συστηματικές και προσβλητικές εξωθήσεις μελών σε αποχώρηση, είτε με απ’ ευθείας διαγραφές Σπιθών. Η θλιβερή αυτή κατάσταση, χαρακτηριστική της χρόνιας αριστερής παθολογίας, γίνεται για μας ακόμα πιο θλιβερή καθώς αφορά τις ιδιαίτερες ευθύνες ενός ανθρώπου με τεράστιο μέγεθος, αλλά και καθώς εκδηλώνεται σε μια περίοδο κρίσιμων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων.


Τη δημοκρατική, εθνικά περήφανη και απελευθερωμένη κοινωνία που θέλουμε να δημιουργήσουμε, πρέπει να την κάνουμε βίωμα μέσα στους κόλπους της ίδιας της Κίνησης Ανεξάρτητων Πολιτών. Μια απελευθερωμένη κοινωνία προϋποθέτει ελεύθερους και αγωνιζόμενους πολίτες.


Οι «υπέρ του λαού» προτεραιότητες που επιστρατεύονται για να δικαιολογήσουν τα απαράδεκτα, δεν μας πείθουν, κι ο μόνος λόγος να αποφύγουμε καταγγελίες και χαρακτηρισμούς που αρμόζουν εδώ, είναι ο σεβασμός που γενικότερα οφείλουμε στο Μίκη. Κατανοούμε επίσης μ’ όλα αυτά, τα όρια που χαρακτηρίζουν και τις μεγάλες προσωπικότητες, τα όρια που έρχονται σε σύγκρουση με την εποχή μας και τις κοινωνικές ανάγκες, υποδεικνύοντας έτσι και τις κατευθύνσεις των ιδεολογικών και πολιτικών βημάτων που χρεωνόμαστε όλοι.


Δεν θεωρούμε τη Σπίθα ιδιοκτησία κανενός μιας και πολλοί έχουν ελπίσει και μοχθήσει γι’ αυτή. Δεν αγνοούμε όμως παράλληλα το βάρος του Μίκη στην ταυτότητά της, ούτε την επιθυμία του να τη θεωρήσει «σπίτι του» με τους γνωστούς και προκλητικούς όρους που διακηρύσσει. Μιας και οι όροι αυτοί όμως είναι αυτονόητα απαράδεκτοι, δεν μας αφήνουν άλλη επιλογή παρά αυτή του διαχωρισμού των ευθυνών και της πολιτικής μας πορείας. Στο κλίμα που έχει ήδη δημιουργηθεί δεν υπάρχουν περιθώρια μιας αξιοπρεπούς πολιτικής συμμετοχής και προσφοράς.


Με περίσκεψη και αίσθημα ευθύνης αποφασίζουμε έτσι σήμερα τη διάλυση της Σπίθας Χαλανδρίου -Βριλησσίων και η σχέση πλέον του καθένα μας με τη Σπίθα και το Μίκη παύει να είναι η ως σήμερα οργανική κι οργανωτική πολιτική σχέση. Φυσικά παραμένουμε, με τον τρόπο που θεωρεί καλύτερο ο καθένας μας, προσηλωμένοι στις πολιτικές αρχές και στόχους της κοινής ως τώρα προσπάθειάς μας.


Ευχόμαστε κι ελπίζουμε ότι το δυναμικό που συναντήθηκε στην 6μηνη αυτή προσπάθεια, θα βρει τον τρόπο να συνεχίσει τη συμμετοχή του στους κοινωνικούς αγώνες. Ελπίζουμε επίσης ότι θα επιχειρήσει και θα καταφέρει να διατηρήσει κι αναβαθμίσει τους όρους ενός πολιτικού διαλόγου μεταξύ του αλλά και με την κοινωνία, ιδιαίτερα χρήσιμου για μια εποχή κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων.


Σπίθα Χαλανδρίου - Βριλησσίων

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Βαθειά Δημοκρατία και Θεσμικές Αλλαγές





Γράφει ο
Δημήτρης Τζουβάνος
Είναι κοινός πλέον τόπος η ανάγκη αλλαγής του Πολιτικού Συστήματος ως όρου διεξόδου απ’ την πολύμορφη κρίση. Η μάχη εφεξής αφορά το βάθος και την κατεύθυνση των αναγκαίων αλλαγών, με την καθεστωτική κομματοκρατία-μιντιοκρατία να προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει το βαθύ εκδημοκρατισμό και να ανανεώσει τους καθεστωτικούς ρόλους της, και την εξεγερμένη κοινωνία να αναζητά αγωνιωδώς πρακτικές διεξόδους. Φυσικά, πέρα από τερτίπια, παλαιοκομματικές ιδεοληψίες, αγκυλώσεις κι ακαδημαϊκές παρωπίδες, η αναγκαία κι ώριμη δημοκρατική μεταπολίτευση δεν αφορά τίποτα λιγότερο απ’ τη Δήμευση ( Απ-αλλοτρίωση ) των βασικών πολιτειακών θεσμών, δηλ. την απόσπασή τους απ’ τον αντικοινωνικό έλεγχο και την απόδοσή τους στην κοινωνία. Κι ενώ η σχετική πολιτική διεκδίκηση αποτελεί ένα στοίχημα σε εξέλιξη, αναγκαιεί η αποσαφήνιση βασικών θεσμικών επίδικων, κοινού νομοθετικού ή και συνταγματικού επιπέδου. Μια σχετική πρόταση, σε επιγραμματική εκδοχή, κατατίθεται στη συνέχεια :

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Μίγμα Εξόδου

Δευτέρα, 04 Ιούλιος 2011 08:00Άρθρα



Δημήτρης Τζουβάνος*

Τα κύρια επιχειρήματα των οικονομολόγων για τα διάφορα προτεινόμενα μίγματα οικονομικής πολιτικής, δεν αφορούν παρά τα αδιέξοδα των προτάσεων των συναδέλφων τους – ο καθείς στηρίζει το μίγμα του στο άτοπο των άλλων μιγμάτων. Πιστοποιούνται έτσι τα κοινά αδιέξοδα νεοφιλελευθερισμού και κεϋνσιανισμού, όσο και η νύχτα των ειδημόνων παπαγάλων.

Στην πραγματικότητα, το αναγκαίο μίγμα δεν αφορά οικονομικά μέτρα, αλλά το συνδυασμό τους με πολιτικές εξελίξεις, αναγκαίες πλέον για την επιτυχία οποιασδήποτε οικονομικής πολιτικής. Πρόκειται για την έμπρακτη κριτική της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας, την πολιτική δηλ. υπέρβαση του φιλελευθερισμού και στις δυο εναλλασσόμενες ή μιγνυόμενες εκδοχές του, τη νεοφιλελεύθερη και την κεϋνσιανή. Η κατεύθυνση βεβαίως δεν είναι ούτε ο αποτυχημένος κρατισμός της σταλιναριστεράς ούτε ο λαϊκιστικός παρασιτισμός της κεϋνσιαριστεράς, αλλά ένα δημοκρατικό σύστημα ευθύνης, συμμετοχής και δημιουργίας, ως εθνική και διεθνής εναλλακτική στην κεφαλαιοκρατία.

Κι ενώ η συστημική μετρολογία, ακριβώς αυτό θέλει να αποφύγει, για την κοινωνία η μετρολογία αυτή έχει νόημα ( δηλ. πρακτική σημασία ) μόνον ως στοιχείο της αναφερόμενης αναγκαίας μεταπολίτευσης. Στο πλαίσιο αυτό, καθόλου δεν αρκούν τα πατριδοκάπηλα του συστημικού νοικοκυριού, αλλ’ ούτε τα λαϊκιστικά και συσκοτιστικά του «προοδευτικού» διεκδικητικού παρασιτισμού. Απεναντίας η δημοκρατική μεταπολίτευση είναι η μόνη που μπορεί να δημιουργήσει δυνατότητες για άμεση χαλάρωση της κοινωνικής ασφυξίας, αλλά κυρίως να εξασφαλίσει ότι οι αναγκαίες κι αναπόφευκτες θυσίες δεν θα πάνε χαράμι, αλλά θα επενδυθούν στην κοινωνική προοπτική.

Στο άνω πολιτικό πλαίσιο, έχουν την ειδικότερη σημασία τους τα βασικά στοιχεία μιας ανατακτικής οικονομικής πολιτικής και η αποσαφήνιση των πιο συσκοτισμένων πλευρών της, όπου και θα αναφερθούμε επιγραμματικά :

1) Σε κάθε περίπτωση, οι επώδυνες προσαρμογές επανεκκίνησης και οι αντίστοιχες κοινωνικές θυσίες και προσπάθειες είναι αναπόφευκτες, ανεξάρτητα από ευθύνες – οι ευθύνες φυσικά υπάρχουν και υπαγορεύουν τη μη επανάληψη των ημαρτημένων και ιδίως την αναγκαία πολιτική αλλαγή. Τα ουσιαστικά ζητήματα στο σημείο αυτό δεν είναι τα γνωστά «δικαιωματικά» της αποφυγής των επωδύνων, αλλά : α) διασφάλιση των αναπότρεπτων θυσιών απ’ το συστημικό χαράμι. β) διασφάλιση ελάχιστων κι αλληλέγγυων βιοτικών όρων ιδίως στα πλέον χειμαζόμενα τμήματα της κοινωνίας, καθώς και ορισμένης απόσβεσης στη βιαιότητα της αναπόφευκτης προσαρμογής. γ) αποκατάσταση αισθήματος στοιχειώδους ασφάλειας και δικαιοσύνης στην κοινωνία, καθώς και πνεύματος αισιοδοξίας και δημιουργικής προσπάθειας. δ) ουσιαστκή διαφάνεια στην κρατική διαχείριση αλλά και στους εργασιακούς όρους κι αποδοχές των επί μέρους κοινωνικών τμημάτων, ώστε να ελέγχεται η εξαγορά και καθεστωτικοποίησή τους. ε) κατανόηση ότι η περαιτέρω οικονομική δικαιοσύνη δεν αφορά «διεκδικήσεις» του γνωστού τύπου, αλλά την ικανότητα της κοινωνίας και των θεσμών της ( των κομμάτων συμπεριλαμβανομένων ) να αντιμετωπίσουν εμπράκτως στο πολιτικό και παραγωγικό πεδίο τους συστημικούς-δομικούς επενδυτικούς εκβιασμούς και προκλήσεις.

2) Βασικό όρο κοινωνικής προοπτικής αποτελεί η απαλλαγή απ’ το Δημόσιο Χρέος και η αντίστοιχη πολιτική αποχρέωσης, πέραν μιας αδιέξοδης τοκογλυφίας αλλά και πέραν των αδιέξοδων στρουθοκαμηλισμών και βερμπαλισμών. Σε μια αδρή εικόνα εδώ, μπορούμε να δούμε το ΔΧ ( ~ 150% του ΑΕΠ ) να αντιμετωπίζεται σε 3 κατευθύνσεις, κατά το 1/3 ( ~ 130 δις, ενδεικτικά ) σε καθεμιά :

α) Απόσβεση του 1/3 σε βάρος Πιστωτών ( κούρεμα, φτηνή επαναγορά, ευρωομολογιακές παρεμβάσεις, επιτοκιακές και χρονικές απομειώσεις, διακρατήσεις κτλ. ), μαζί και των εγχωρίων ( ταμείων και τραπεζών, που ήδη κατέχουν τοξικά κρατικά χαρτιά ), με κατάλληλες κλιμακώσεις ενεργειών και κινήσεις απώθησης των κερδοσκόπων. Η πολιτική αυτή απαιτεί τη συνεργασία και στήριξη της ΕΕ, που όμως είναι δεδομένη εξ αρχής ( ως στρατηγικά αναγκαία στην ΕΕ, παρά τις «κερδοσκοπικές» κουταμάρες των δήθεν «αντικαπιταλιστικών» αναλύσεων ), πάντα υπό τον όρο μιας συνολικής ανατακτικής πολιτικής και μιας ανάλογης κοινωνικής πίεσης. Επίσης η απόσβεση αυτή επείγει, προκειμένου να «μπει πάτος στο βαρέλι» ( να μη χαραμίζονται δηλ. στο μεταξύ τα υψηλά τοκοχρεωλύσια ), πράγμα που με τη σειρά του καθιστά άκρως επείγοντα τα εγχώρια διαρθρωτικά μέτρα που εύλογα απαιτείται να προηγηθούν.

β) Μεσοπρόθεσμη εξόφληση του 1/3 ( πχ. 5 έτη Χ 25 δις / έτος ) με πόρους προερχόμενους από τη δημόσια περιουσία και τις δημόσιες απαιτήσεις, όπως ήδη επιχειρείται, πλήν με δικαιότερο, αποτελεσματικότερο, αλλά και μη εκχωρητικό τρόπο. Ειδικότερες πηγές εδώ είναι τα εξοικονομούμενα τοκοχρεωλυσία ( ως άνω σημείο [α] ), η αναδρομική φορολόγηση του πλούτου ( όπως των 600 δις που έφυγαν στο εξωτερικό ή του πολιτικού προσωπικού δεκαετιών ), η γενναία φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων, οι γερμανικές οφειλές, η συνδρομή της εκκλησίας, η ενοικίαση δημόσιων υποδομών, οι (επιλεγμένες) ιδιωτικοποιήσεις, η εκποίηση ορισμένων κτιρίων κι εγκαταστάσεων, η νομιμοποίηση αυθαιρέτων, διάφορες μορφές διακρατικών αντιπαροχών ( πχ. τουριστικά κλήριγκ ) κτλ.

γ) Παραμονή ενός υπόλοιπου ΔΧ ~ 50% του ΑΕΠ, ως διαχειρίσιμου χρέους που δεν ταυτίζεται με εθνική οικονομική αιμορραγία.

3) Βασικός όρος για την απαλλαγή απ’ το Χρέος, αλλά και για τη γενικότερη ανάταξη, είναι ο άμεσος και δύσκολος μηδενισμός του πρωτογενούς Δ.Ελλείματος, σε συνθήκες μάλιστα συρρίκνωσης της οικονομίας και αντίστοιχης πίεσης στα δημόσια έσοδα. Μια μεγάλη κι αποτελεσματική εκστρατεία κατά της φοροδιαφυγής ( κι εισφοροδιαφυγής ) είναι εδώ αναγκαία, με στόχο κυρίως τα μεσαία και μεγάλα εισοδήματα ( ειδικότερα η πίεση στη μεσαία τάξη και κυρίως στις παρασιτικές πλευρές και λειτουργίες της, έχει επιπρόσθετα κρίσιμη στρατηγική σημασία ). Παρ’ όλα αυτά παραμένει το επείγον του δραστικού και στρατηγικού περιορισμού των Δ. Δαπανών, σε 4 βασικές κατευθύνσεις :

α) αποφασιστικός περιορισμός του κράτους και του υπαλληλικού προσωπικού του, στα 2/3 του σημερινού.

β) περικοπές σπατάλης προμηθειών κι εν γένει λειτουργικού κόστους του δημοσίου.

γ) ειδικότερα περικοπές παντοειδών υπεραμοιβών, ιδίως των υψηλόβαθμων κλιμακίων του δημόσιου τομέα.

δ) δραστική περικοπή δαπανών του πολιτικού συστήματος σε μικρό μόνο ποσοστό των σημερινών.

Η αποφασιστική αυτή τομή απο-παρασιτισμού, δεν πρέπει να ταυτισθεί με το ξεθεμέλιωμα των βασικών κρατικών-κοινωνικών υπηρεσιών, που ωστόσο οφείλουμε όλοι να τις δούμε πιο κοντά στην κοινωνική τους ουσία και οικονομία, και μακρυά απ’ τη σπάταλη κι εξαγοραστική αθλιότητα των μεταπολιτευτικών «προοδευτικών» δεκαετιών. Αυτό βεβαίως καμμιά σχέση δεν έχει με τα μισθολογικά-εργασιακά προνόμια της ΔΥ-ΔΕΚΟ τάξης, που σε καμμιά περίπτωση δεν έχουν ούτε νομιμοποίηση ούτε προοπτική. Ας σημειωθεί εδώ ενδεικτικά, ότι το υπεράριθμο 1/3 των ΔΥ και η διαφορά των αποδοχών τους απ’ τον ιδιωτικό τομέα, τις τελευταίες δεκαετίες, ήδη ισοδυναμούν με το Δ.Χρέος, άσχετα απ’ το ότι εδώ πρόκειται για ένα παρασιτισμό κυρίως μη πολυτελή, καθώς κι απ’ το ότι άλλες μαύρες τρύπες του παρασιτισμού ( πχ. ο εργολαβικός ) κατεβρόχθισαν περισσότερα.


4) Εκτός απ’ τα άνω επείγοντα, το κλειδί της διεξόδου είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Δεν αφορά την «ανάπτυξη» που αντιπαραθέτουν στα δύσκολα μέτρα οι απολογητές του παρασιτισμού. Γιατί εδώ πρόκειται για μια ανάπτυξη, κατά βάση ενδογενή, εσωστρεφή και ισόρροπη, τη μόνη που έχει προοπτική και πού ταυτόχρονα αφορά την ποιότητα ζωής και το μέλλον της κοινωνίας. Βασικός κανόνας μιας τέτοιας ανάπτυξης είναι η παραγωγή και η κατανάλωση να συμβαδίσουν μεταξύ τους όσο και με τις ουσιαστικές βιοτικές αξίες, αφήνοντας πίσω τα κεϋνσιανά παραμύθια, τα νταραβέρια του Τίποτα, καθώς και την ελίτ ( πολιτική και τεχνικοεπιστημονική ) που τα μοσχοπουλά. Οι όροι της ανασυγκρότησης αυτής δεν είναι εύκολοι ούτε ανώδυνοι, απαιτώντας κατάλληλη κρατική υποστήριξη και λειτουργία την οποία και θα πρέπει η κοινωνία να διεκδικήσει και κατακτήσει, ξεπερνώντας τις γνωστές διεκδικήσεις «παροχών». Συνοπτικά, η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας απαιτεί :

α) Αναπροσανατολισμό κι αναδιάρθρωση της δραστηριότητας κι απασχόλησης σε μεγάλη κλίμακα. Ενδεικτικά, το 50% των υπηρεσιών αλλά και του εμπορίου, οφείλουν να μεταστραφούν σε παραγωγικές δραστηριότητες που ανταποκρίνονται στις βιοτικές ανάγκες της κοινωνίας. Δεν είναι κάτι εύκολο, ούτε στο χέρι του γνωστού κι αχρείου πολιτικού προσωπικού, όμως θα μπορούσε να γίνει μέσα σε μια 5ετία, με την κατάλληλη πολιτική και υποστήριξη.

β) Μείωση του εργασιακού κόστους ως τα επίπεδα διεθνούς ανταγωνιστικότητας της παραγωγής. Την αναπόφευκτη πίεση εδώ των ασιατικών και βαλκανικών μεροκάματων, μπορούν να εξισορροπήσουν όχι τα «δικαιώματα» μιας πλασματικής ευζωϊας (καθότι κούρευε το αυγό) αλλά 4 ειδικά στοιχεία πολιτικής. β1) η κρίσιμη μη χρηματική κρατική αντιστήριξη της ανταγωνιστικότητας. β2) το ειδικότερο χαρμάνι ποιότητας-τιμής που συνδέεται με τις εγχώριες ανάγκες και πού μπορεί να ανταγωνισθεί διμέτωπα κι αποτελεσματικά την ευρωπαϊκή ακρίβεια και την ασιατική ποιότητα. β3) η συστηματική στήριξη της ελληνικής παραγωγής απ’ την ελληνική κατανάλωση, με όρους αγοράς. β4) στοιχεία ποιότητας ζωής και κοινωνικού μισθού χαμηλού κόστους και υψηλής χρηστικής αξίας, που διαθέτει σε αφθονία η χώρα προς αξιοποίηση.

γ) Στενή συνεργασία του κρατικού σχεδιασμού με την ιδιωτική πρωτοβουλία, στους τομεακούς και διαρθρωτικούς προσανατολισμούς. Αντικατάσταση του δόγματος της «εξωστρέφειας» και της μονομέρειας των «συγκριτικών πλεονεκτημάτων» μ’ αυτό της ενδογενούς ανάπτυξης και της υψηλής βιοτικής αυτάρκειας, που μεταξύ άλλων σημαίνει στροφή στην υποκατάσταση εισαγωγών καθώς και στροφή στη μαζική παραγωγή ποιότητας.

δ) Ειδικότερη διαρθρωτική πολιτική επενδύσεων κι εργασίας στο άνω πλαίσιο. Αντικατάσταση της τουριστικής-κατασκευαστικής-καταπατητικής πανάκειας με αντίστοιχες βιώσιμες πολιτικές μετρήσιμου κοινωνικού αποτελέσματος ( πχ. προσοδοφόρος εξωτερικός τουρισμός και προσιτός εγχώριος, φτηνή ποιοτική κατοικία κι ανασύσταση του αστικού χώρου κτλ ). Επιστροφή στη Γεωργία της παραγωγής και της αγροδιατροφικής επάρκειας, καθώς και στην επ’ αυτής ανάπτυξη του αγροτικού χώρου. Ουσιαστική αυτοχρηματοδότηση των έργων υποδομής και στροφή μέρους της κατασκευαστικής δραστηριότητας σε αναγκαία υδροδιαχειριστικά έργα μεγάλης κλίμακας. Εντατική οικοδόμηση αποκεντρωμένης Βιοτεχνίας, Ελαφράς βιομηχανίας, Περιβαλλοντικής βιομηχανίας, τομέα Υψηλής Τεχνολογίας, καθώς και στήριξη τομέων βαρειάς Βιομηχανίας κατά περίπτωση, όπως η Ναυτιλία, η Ναυπηγική και η Ενέργεια.

ε) Χρηματοδοτική στήριξη της παραγωγικής επιχειρηματικότητας ( επιχορηγητική, εγγυητική-πιστωτική και φορολογική ), φθηνή κι αξιόπιστη συμβουλευτική στήριξη της μικρομεσαίας παραγωγικής επιχειρηματικότητας, ταχύρρυθμη κι αποτελεσματική εκπαιδευτική στήριξη του παραγωγικού δυναμικού, παραμερισμό της γραφειοκρατίας-μιζοκρατίας (όχι όμως διευκόλυνση των fast track περιβαλλοντικών κι αρχαιολογικών βιασμών), αποθάρρυνση των εγγείων και κτηματικών προσόδων, αποθάρρυνση των παράπλευρων παρασιτικών προσόδων ( υπέρ συντεχνιών κτλ. ), συστηματική ενημέρωση κι εκπαίδευση καταναλωτή κτλ.

στ) Ειδικές πολιτικές εργασίας όπως συγκράτηση-αξιοποίηση του επιστημονικού και του ειδικευμένου δυναμικού, στήριξη της παραγωγικής αυτοαπασχόλησης, στήριξη της μητρικής ημι-απασχόλησης, εξισορρόπηση της αναγκαίας εντατικοποίησης-ελαστικοποίησης με κατάλληλες βιοτικές αντιπαροχές, παρέμβαση στην πολυθεσία, εξασφάλιση ελεύθερου χρόνου και σχόλης, δραστική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού, εργασιακή και βιοτική ασφάλεια κτλ.

ζ) Μέτρα ελέγχου του υπερεπαγγελματισμού και του σχετικού πληθωριστικού κόστους παράλληλα με το «άνοιγμα» των επαγγελμάτων καθώς και μέτρα εμμέσου ελέγχου τιμών ( αντικαρτέλ θεσμίσεις, μέτρα κατά λαθρεμπορίου-νοθεμπορίου, δημοσιοποιήσεις τιμών, ειδική φορολογία επί αποδόσεων κεφαλαίου κτλ ).

η) Αναζήτηση επενδυτικών ( συμμετοχικών και δανειακών ) κεφαλαίων σε ΕΕ και BRIC, σε τομείς συμβατούς με την επιδιωκόμενη ανάπτυξη και με όρους ουσιαστικής συμπαραγωγής. Ας σημειωθεί εδώ ότι σχετικό ενδιαφέρον από πλευράς πχ. Ρωσίας και Κίνας, έχει ήδη εκδηλωθεί.


Φυσικά, όλα αυτά προϋποθέτουν ένα κράτος στρατηγείο υπό τον έλεγχο της κοινωνίας. Προϋποθέτουν δηλ. ένα μεγάλο δημοκρατικό – πολιτικό άλμα, ένα άλμα άμεσα αναγκαίο κι εφικτό στη χώρα μας, ένα άλμα βαθειάς δημοκρατίας, συνδυασμένο με τον ευρωπαϊκό δρόμο και τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που κυοφορεί η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και η εποχή μας.

20-6-11

* Ο Δημήτρης Τζουβάνος υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Διαγράφηκε το 1980. Στη συνέχεια συμμετείχε στην έκδοση του πολιτικού περιοδικού «Φυλλάδιο». Την περίοδο 1997-2000 επανήλθε στην ενεργό πολιτική ως Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεωργίας, ενώ ποτέ δεν έπαψε να παρεμβαίνει με τις πολιτικές του αναλύσεις. Επίκαιρα άρθρα του υπάρχουν στην ιστοσελίδα Φυλλομάντης. Το 2010 εκδόθηκε το βιβλίο του "Κρίση και Από-κριση", εκδ. Φυλλομάντης (βλ. και βιβλιοκριτική από τον Βασίλη Ξυδιά). Κατάγεται από τις Σελλάδες της Άρτας. Ζει στην Αθήνα όπου εργάζεται ως γεωπόνος και μελετητής τοπικών αναπτυξιακών προγραμμάτων.

Βλ. του ιδίου, "Εθνική Κυβέρνηση και Βαθειά Δημοκρατία"

Πρώτη Δημοσίευση: Αντίφωνο

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σπίθας Χαλανδρίου-Βριλησσίων


Σπίθα Χαλανδρίου – Βριλησσίων     -   27/06/11

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 για την κατάσταση και την πορεία της ΚΑΠ Σπίθα.



Συνεδριάσαμε για να συζητήσουμε τα όσα αφορούν την πρόσφατη συνδιάσκεψη και τα όσα ακολούθησαν, και που είναι ενδεικτικά και κρίσιμα για την πορεία και την προοπτική της Σπίθας. Συνεδριάσαμε ακόμα για να ανταποκριθούμε στην προτροπή του Μίκη, να διώξουμε απ’ το σπίτι μας, τη Σπίθα, ο,τι  ξένο το διεκδικεί με αναίδεια καθώς λέει κι ο ίδιος.



Τιμούμε και σεβόμαστε το Μίκη, την ιστορία του, το οικουμενικό του μέγεθος, την πολιτική του σκέψη, τις ανθρώπινες και πολιτικές αντιφάσεις του, τη σημερινή του φωνή, το καθοριστικό του βάρος στη δημιουργία και προοπτική της Σπίθας. Στο κάλεσμα του, ένα κάλεσμα σε αγώνα για Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία και Πατριωτική Αναγέννηση, ανταποκριθήκαμε όχι επειδή αυτά αποτελούν ωραία συνθήματα, αλλά επειδή αποτελούν κοινωνική ανάγκη. Μια ανάγκη άρρηκτα δεμένη μ’ αυτό που κάνει την ανάγκη ελπίδα και την ελπίδα νίκη, με το συμμετοχικό και δημοκρατικό στοιχείο όχι του στόχου, μα της ίδιας της διαδρομής μας. Μια ανάγκη άρρηκτα δεμένη όχι με το «για μας» αλλά με το «με μας». 



Κατανοούμε τις δυσκολίες της αρχής σε ένα εγχείρημα πρωτότυπο όπως το σπιθικό (πρωτότυπο, ακριβώς σ’ αυτό το «με εμάς»), και αντιπαλεύουμε όλο αυτό το διάστημα μ’ όλες μας τις δυνάμεις το ξεπέρασμα τους. Κατανοούμε τα αλλεπάλληλα λάθη των κεντρικών πρωτοβουλιών, τις υπερβολές, τις τραγικές υστερήσεις και τις ουραγές πρακτικές, τις εκκωφαντικές παλινωδίες, την κληρονομιά της παλαιοαριστερής παθολογίας που έχει καθηλώσει επί δεκαετίες τους κοινωνικούς αγώνες και που πρέπει ν’ αφήσουμε πίσω μας. Αντιπαλεύουμε ενωτικά μα κι αποφασιστικά το μικροπαραγοντισμό, τη μίζερη εσωστρέφεια, την απολιτικότητα, τον κρυπτοκνιτισμό, τον ταχτικισμό, τις προσπάθειες μετωπικής χειραγώγησης, την ανωριμότητα, που ασφαλώς και περισσεύουν στις Σπίθες, με κορυφαίο παράδειγμα τη Συμβουλευτική Επιτροπή (ΣΕ) καθώς και τους εξωθεσμικούς παρατρεχάμενους παραγοντίσκους.



Ο Μίκης δε μας κάλεσε σπίτι του. Με προσκλητήριο την ιδρυτική διακήρυξη – και τίποτα άλλο -  μας κάλεσε να χτίσουμε μαζί, ένα δρόμο απελευθέρωσης. Ανταποκριθήκαμε έχοντας ξεκάθαρο αυτό το Μαζί. Ότι στο δρόμο αυτό, ο Μίκης είναι ο πρωτομάστορας, κι όχι απλώς μια ηχηρή ταμπέλα που θα στηρίξει τις χωριστές επιδιώξεις και τις προσωπικές στρατηγικές όσων προστρέξουν. Μα ούτε ο άκριτος ημιονηγός που θα αντιμετωπίσει τη Σπίθα ως μοχλό ενός προσωπικού σχεδίου «απ’ το Α ως το Ω», όσο άγιο κι αν είναι αυτό. Ότι η καίρια προσφορά του θα συνεχίζεται μέσα από λόγο κατευθυντήριο και ταυτόχρονα επενδυόμενο στη δημοκρατική συγκρότηση κι ανάπτυξη της Σπίθας. Ότι η ανάπτυξη της ΚΑΠ θα πιστοποιείται στη διαμόρφωση περαιτέρω δημιουργικού κι όχι απλώς καταγγελτικού λόγου, στην απήχηση αυτού του λόγου σ’ όλο το λαό, στη διαχυσή του σ’ όλο το πολιτικό φάσμα ώσπου αυτό να οδηγήσει στην κρίσιμη πολιτική αλλαγή και να εξασφαλίσει όρους πατριωτικής αναγέννησης. Ότι ο πρωτομάστοράς μας δεν θα μας βάζει μεσοδρομίς κριτήρια ιδεολογικής καθαρότητας, όπως «ιδεολογοπολιτικους» δεκάλογους, για την «ολοκληρωμένη ένταξη στη Σπίθα» (!!!), ανεξάρτητα απ’ το αν συμφωνούμε στο περιεχόμενό τους. Ότι δεν θα χειρίζεται τη φυσιολογική ανωριμότητα του σπιθικού δυναμικού με τα γνωστά προσβλητικά τερτίπια, αλλά με τη σοφία που έχει κατακτήσει. Ότι δεν θα βασιλεύει η λογοκρισία του διακινούμενου λόγου, τα παιχνίδια «κίνηση ή κίνημα», τα ξαφνικά κι αδημοσίευτα ερωτηματολόγια, η υφαρπαγή διαδρομικών υπογραφών, τα γελοία γκάλοπ των στημένων εκλογομαγειρεμάτων της ιστοσελίδας κτλ. Ότι δεν θα επιβάλλει πρακτικές μετωπισμού, χειραγώγησης και καπελωμάτων. Ότι εδώ δεν είναι μια ΚΝΕ με σωστούς στόχους κι ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ένα ΕΑΜ με το σωστό ΚΚΕ από πίσω. Ότι η Σπίθα δεν πρόκειται να γίνει ένας μηχανισμός ακτιβιστικής υποστήριξης «σωστών» αλλότριων αποφάσεων.


Κατανοούμε βαθειά την αγωνιά του Μίκη για τους στόχους του κοινωνικού αγώνα, κατανοούμε το βάρος της ευθύνης του να κινείται πρωτόβουλα κι επώδυνα, να κόβει δρόμο όπου χρειάζεται. Ας καταλάβει όμως, ότι στο τελευταίο αυτό δεν πρωτοτυπεί καθόλου. Η ιστορία βρίθει από τομές που «χρειάζονται» και που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ακρωτηριασμοί των ίδιων των κοινωνικών προσπαθειών. Δεν είναι εύκολα εδώ τα κριτήρια, μα είναι καιρός να αναδείξουμε ένα κριτήριο που αφορά τα μέσα, κι όχι τον άγιο στόχο που πάντα θα εξαγιάζει τις εκτρωματικές πρακτικές. Ό,τι συνιστά τερτίπι (πχ. οι χειρισμοί πριν, κατά και μετά τη συνδιάσκεψη) είναι αυτοχειριαστικό, όποιους στόχους κι αν επικαλείται, κι απ’ όπου κι αν προέρχεται. Δε χρειάζονται φλυαρίες για το τι είναι τερτίπι ή για τις σχετικές αποδείξεις ως προς τα γεγονότα, αρκεί η αυτεπίγνωση του ίδιου του Μίκη για όσα είναι πια κοινός τόπος και βίωμα τραυματικό, και πάντα ανεξάρτητα απ’ τον επικαλούμενο στόχο. Ίσως χρειάζεται μόνο να θυμίσουμε, ότι παρά τις εντυπώσεις και τις αυταπάτες, όλα είναι ως ένα βαθμό ορατά, ότι δηλαδή οι άλλοι μας βλέπουν σ’ ένα βαθμό, ό,τι κι αν πούμε.



Ο Μίκης πρέπει να κατανοήσει άμεσα κι έμπρακτα ότι εδώ δεν είναι αποδεκτές οι πρακτικές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, πολύ δε περισσότερο του συγκεντρωτισμού και του καπέλου, έστω κι αν πασαλείφονται με αμεσοδημοκρατικες φλυαρίες, πριν κι αυτές ανακληθούν ως πασίγνωστον. Ότι εδώ δεν αναζητείται ένας συνδυασμός «δημοκρατίας κι αποτελεσματικότητας» (!!!) αλλά καθαρά, η δημοκρατία και δι αυτής η αποτελεσματικότητα.



Αν κάτι τέτοιο, δημιουργεί στο Μίκη την εντύπωση ότι δεν αφήνει περιθώρια για την αναγκαία ταχύτητα κι πολιτική ευελιξία που επιβάλλουν οι κοινωνικές ανάγκες και οι περιστάσεις, τότε έχει κάνει λάθος στη βασική του ανάλυση, αυτή με την οποία μας έχει απευθυνθεί, αυτή για την οποία το αποτέλεσμα προκύπτει από εκείνες τις ταχύτητες κι ευελιξίες που αναδεικνύουν τη δημοκρατική συμμετοχή στο Α κι Ω του αποτελέσματος.  Εμείς πιστεύουμε πως τώρα κάνει το λάθος, τώρα που αντιπαραθέτει έντεχνα μα κι άκομψα τις Σπίθες «με όλο το λαό», τώρα που απευθύνει λόγο διχαστικό και ξεκαθαριστικό, τώρα που ζητά προγκρόμ «κατά των ξένων», τώρα που μιμείται όσα επί δεκαετίες έκαναν κι άλλοι αλλάζοντας διαρκώς την εξαπατημένη λαϊκή βάση τους, στο όνομα του επίσης εξαπατούμενου λαού.

Όπως και να έχει, είναι πλέον στο χέρι του Μίκη οι αναγκαίες διορθωτικές πρωτοβουλίες. Φυσικά είναι και στα καθήκοντα των μελών της ΣΕ να τιμήσουν επι τέλους την ιδιότητά τους καθώς και τη μεσοβέζικη σχέση τους με τις Σπίθες, μέσα απ’ την καθαρή τους στάση. Φυσικά είναι και στα καθήκοντα των απλών μελών να υπερασπίσουν με τον τρόπο που νομίζουν τις αρχές που τους έφεραν εδώ. Εμείς, δεν δεχόμαστε ότι στη Σπίθα είναι ξένοι όσοι δεν είναι τυφλοί οπαδοί, δεν δεχόμαστε ότι το σπίτι αυτό ανήκει σ’ ένα τέτοιο κοπάδι αναμιξ με τους καιροσκόπους παραγοντίσκους που περιτριγυρίζουν τη Σπίθα. Βεβαίως, ο ίδιος ο Μίκης έχει βαρύτερο λόγο στη Σπίθα, απ’ ότι ο καθείς μας χωριστά, και ισχυρότερους τίτλους ιδιοκτησίας, για να μιλήσουμε εδώ τη γλώσσα που χρησιμοποίησε. Έχει έτσι και το βάρος των ειδικότερων αποφάσεων κι επιλογών του, πχ. να καλεί σε προγκρόμ όπως ήδη έπραξε, να αγνοεί τη Σπίθα παντοιοτρόπως όπως πχ. στη Νάουσα, να τη διαιρεί και υπονομεύει επί σκοπώ συγχωνευσής της στα καιροσκοπικά αντιμνημονιακα μέτωπα, ή να την αφήσει εν γένει να σβήσει επικαλούμενος τις πραγματικές αδυναμίες της. Έχει το βάρος να αφήσει στη θέση της μια δράκα καιροσκόπων παραγόντων στα «ορεινά της βουλής» όπως ο ίδιος διακήρυξε στα προπύλαια, σαν άλλοθι ενός συστήματος που θέλει να ξεπεράσει. Έχει το βάρος να δείξει αν το σπίτι αυτό είναι δημοκρατικό ή απλώς προσαρμοσμένο ( κι αυτό ) στην υπόσχεση μιας δημοκρατίας του κόκκινου Μάη.



Όλα αυτά είναι επειγόντως απαραίτητα, για να μπορέσει η Σπίθα να ανταποκριθεί μπροστά στις κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις στη χώρα. Ήδη, κι ενώ τα γεγονότα τρέχουν, η Σπίθα, πολύ πίσω απ’ τους αγανακτισμένους της πλατείας αναμασά τα νομικίστικα του αντιμνημόνιου και τα οργισμένα δίκια του λαού, ανίκανη να συμβάλλει σε διέξοδους προσανατολισμούς, καταδικασμένη να τσακώνεται και να τρώει τα σωθικά της για τα αυτονόητα, με την ιδρυτική της ηγεσία να εκτιμά ως πρόσφατα ότι ο λαός κατέχεται από «πρωτοφανή παθητικότητα» και σήμερα να στήνει ερήμην των Σπιθών «αντιμνημονιακά μέτωπα» με τους παραγοντίσκους τοκιστές του αντιμνημονιακού λόγου. Κι όλα αυτά, παρά την επίδραση που αναμφίβολα είχε όλο το διάστημα ο λόγος του Μίκη, στην εκδήλωση της λαϊκής αγανάκτησης. Λόγος που πάντως ηχούσε και ηχεί ακόμα, αδικώντας τον ίδιο του τον εαυτό, ως καταγγελτικός κι όχι ως περαιτέρω προσανατολιστικός και μορφοποιητικός ενός ενωτικού αντισυστημικού κινήματος ικανού να δώσει πολιτική διέξοδο.

Η αντιμνημονιακη μονομέρεια (στην οποία συνέπραξε χωρίς εξαίρεση όλη η ΣΕ) υπήρξε τέτοια, που όχι μόνο το κοινωνικό ακροατήριο αλλ’ ούτε καν το σπιθιστικό δυναμικό θυμάται ότι ο ίδιος ο Μίκης έθεσε (με καθυστέρηση μηνών, περί το Πάσχα) ως κεντρικό στόχο  την  εδώ και τώρα αλλαγή του πολιτικού συστήματος. Ακόμα κι ο ίδιος ο Μίκης δείχνει να το ξεχνά ως κεντρικό πολιτικό στόχο της περιόδου και το αναφέρει μόνο ως αόριστο σύνθημα, ως λογοκοπικό παρελκόμενο του κυρίαρχου αντιμνημονιακού λόγου, ως μια φράση που μπορεί να εναλλάσσεται με λόγια για «επαναστατικές κυβερνήσεις» και «άτυχους Βενιζέλους».

Έτσι το αντιμνημονιακό μέτωπο, ως εκ της ουσιαστικής νοηματικής και πολιτικής του ανεπάρκειας, τείνει να γίνει ο κοινός τόπος του αντιμνημονιακού πολιτικοοικονομικού παρασιτισμού με το λαϊκό γολγοθά, δηλαδή η υποθήκευση του κοινωνικού αγώνα στα παιχνίδια τυχοδιωκτών παραγόντων.



Συνοψίζοντας τους προβληματισμούς μας για την πορεία και τις προοπτικές της Σπίθας :



1) Καλούμε το Μίκη για τις αναγκαίες πρωτοβουλίες αποκατάστασης της δημοκρατικής και ψυχικής ενότητας στη Σπίθα, ενώ στην ίδια κατεύθυνση καλούμε να ενεργήσουν τα μέλη της ΣΕ. Φυσικά αποστρεφόμαστε κάθε απόφαση και πρόσκληση για προγκρόμ, ιδιαίτερα αυτές που επιζητούν να «…αποκτήσουν δημοκρατική νομιμότητα» (!!!) κατά την δημοσιευμένη προτροπή. Αντίθετα θεωρούμε ξένη στη Σπίθα οποιαδήποτε σχετική αντίληψη και πρακτική, χωρίς παρ’ όλα αυτά να πυροβολούμε τους φορείς τους που δικαιούνται τα λάθη τους, όσο αποδέχονται τη δημοκρατική κριτική.

2) Καλούμε το Μίκη και τις Σπίθες να αγνοήσουν το κείμενο που υπογράφηκε διαδρομικά στη συνδιάσκεψη ως στήριξη της οργανωτικής εισήγησης, πολύ περισσότερο όταν το β’ σκέλος του (στήριξη πρότασης ενός παρείσακτου εισηγητή, που αφορά ούτε λίγο ούτε πολύ την πολιτική της Σπίθας) προσαρτήθηκε δολίως κι εκ των υστέρων στο υπογραφέν κείμενο.

3) Καλούμε το Μίκη να θέσει την Κεντρική Ιστοσελίδα της ΚΑΠ και το αλογόκριτο των δημοσιεύσεων υπό τον έλεγχο των Σπιθών, και κατ’ οικονομία υπό 3μελη επιτροπή προερχόμενη εκ περιτροπής απ’ την οργανωτική επιτροπή που προέκυψε απ’ τη συνδιάσκεψη.

4) Απορρίπτουμε την πρόταση «η ΚΑΠ  να γίνει ισότιμο μέλος ενός ευρύτερου αντιμνημονιακου μετώπου …» τόσο για λόγους ουσίας, όσο και για το λόγο ότι κάθε σοβαρή απόφαση προαπαιτεί αντίστοιχα σοβαρή συζήτηση και αντίστοιχα κοπιώδη κεντρική προσπάθεια για το σκοπό αυτό.

5) Θεωρούμε ότι η οργανωτική εισήγηση του Μίκη πρέπει να ενταχθεί κι αξιοποιηθεί στο πλαίσιο του αναγκαίου διαλόγου ανάμεσα στα μέλη της Σπίθας, σε διασπιθική κλίμακα. Στο ίδιο πλαίσιο μπορούν να ενταχθούν οποιεσδήποτε προτάσεις του Μίκη ή της ΣΕ, διατηρώντας το ιδιαίτερο βάρος και τη σοβαρότητα αυτού που τις υπογράφει, χωρίς όμως την παραμικρή περαιτέρω θεσμική υπόσταση τους (π.χ. απόφαση ΣΕ !!! ), της οποίας ήδη έχει γίνει κατάχρηση.

6) Απαιτούμε απ’ την οργανωτική επιτροπή που προέκυψε απ’ τη συνδιάσκεψη να λειτουργήσει ενοποιητικά και συντονιστικά, αποκαθιστώντας άμεση επαφή με τις Σπίθες και εξαντλώντας το ρόλο της στη διαδικαστική οργάνωση κι εξυπηρέτηση του αναγκαίου πολιτικού διαλόγου ανάμεσα στις Σπίθες, για όλα τα θέματα που αφορούν την ΚΑΠ, εν όψει και του φθινοπωρινού συνεδρίου.



ΣΠΙΘΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ -ΒΡΙΛΗΣΣΙΩΝ

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ: "Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΦΛΕΡΤΑΡΕΙ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ..."

του Γιώργου Αυγερόπουλου




Έχω καλύψει συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία σε διάφορα μέρη του κόσμου εκτός της Ελλάδας, όπως στην Αργεντινή, την Ιταλία, τη Βολιβία και το Μεξικό. Ειδικά στο Μεξικό, οι αστυνομικοί όπως γνωρίζουν πολλοί, θεωρούνται άγριοι, ανεκπαίδευτοι και διεφθαρμένοι. Όμως αυτό που έζησα και κατέγραψα τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες μου χθες Τετάρτη 29/6 στο Σύνταγμα, ξεπερνάει σε αγριότητα κάθε όριο. Η Ελληνική αστυνομία παίρνει δίκαια και με διαφορά τοβραβείο βαρβαρότητας. Μιας βαρβαρότητας που καμία σχέση δεν είχε με καταστολή αλλά ήταν ένασυνεχές φλερτ με τον θάνατο.

Από θαύμα δεν θρηνήσαμε νεκρούς. Και ο κ. Παπουτσής θα πρέπει να ανάψει λαμπάδα στον Θεό που πιστεύει, καθώς μόνο στην καλή του τύχη θα πρέπει να αποδοθεί το γεγονός ότι δεν απολογείται σήμερα για θύματα.

Το σχέδιο εκκένωσης της πλατείας Συντάγματος τις δύο τελευταίες μέρες, ήταν ένα "γιουρούσι" όπως εύστοχα παρατήρησε ο Αϊμάν, Ισπανός δημοσιογράφος που εργάζεται για το Al Jazeera. Ένα γιουρούσι, εναντίον όλων και όποιον πάρει ο χάρος. "Μα καλά τι αστυνομία είναι αυτή που έχετε;" με ρώτησε αγανακτισμένος. "Είστε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τουλάχιστον ακόμα" μου είπε με νόημα χαμογελώντας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Περίπου στη 13.30 υπάρχει πολύς κόσμος συγκεντρωμένος μπροστά από την Βουλή. Δεν είναι κουκουλοφόροι. Δεν πετάνε πέτρες. Είναι γέροι, νέοι, γυναίκες, άντρες, φοιτήτριες και φοιτητές, εργαζόμενοι, άνεργοι που φωνάζουν συνθήματα, ρίχνουν την γνωστή μούντζα προς το κοινοβούλιο, και οι πιο θερμόαιμοι μπροστά - μπροστά άντε να εκτοξεύουν καμιά βρισιά εναντίον των αστυνομικών και να κουνάνε τα κιγκλιδώματα που έχουν στηθεί μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη. Τίποτα το σημαντικό δηλαδή που να δικαιολογεί αυτό που θα ακολουθήσει. Ξαφνικά από παντού, από δεξιά, από αριστερά και από το κέντρο, αρχίζει μια γενική επίθεση των αστυνομικών δυνάμεων που απωθούν τους διαδηλωτές προς τα σκαλιά της πλατείας Συντάγματος. Φανταστείτε δηλαδή χιλιάδες ανθρώπους να τρέχουν αλλόφρονες προς ένα στενό άνοιγμα το πλάτος του οποίου δεν ξεπερνά τα δέκα μέτρα. Από πίσω τους τα ΜΑΤ, ρίχνουν μέσα στο πλήθος χειροβομβίδες κρότου λάμψης και δακρυγόνα, προκαλώντας πανικό. Άνθρωποι καίγονται από τις φλόγες, πνίγονται από τα δακρυγόνα δεν βλέπουν μπροστά τους και αρχίζουν να ποδοπατούν ο ένας τον άλλον και να κουτρουβαλούν στα σκαλιά. Υπάρχουν άνθρωποι λιπόθυμοι, άλλοι ποδοπατημένοι μέσ' τα αίματα. Παρόλα αυτά οι αστυνομικοί δεν αποχωρούν. Χτυπάνε με τα γκλομπς όποιον βρουν μπροστά τους, ανθρώπους δηλαδή που τρέχουν να σωθούν πατώντας ο ένας πάνω στον άλλον.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Πέρα από την δράση των προβοκατόρων η οποία έχει καταγραφεί σε βίντεο και φωτογραφίες που βγήκαν και θα συνεχίσουν να βγαίνουν τις επόμενες μέρες, πέρα από τους μπαχαλάκηδες την δράση των οποίων απεχθάνομαι και διαφωνώ κάθετα, η πέτρα είναι πλέον εύκολο να φύγει από το χέρι οποιουδήποτε, που τον χτύπησαν, τον ψέκασαν, και είναι άνεργος, άστεγος - ναι, υπάρχουν πλέον νεοάστεγοι - και κάθε μέρα γίνεται φτωχότερος χωρίς να βλέπει διέξοδο από πουθενά.
Δεν σας κρύβω ότι φοβήθηκα βλέποντας μια άνευ προηγουμένου αγριότητα να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μου. Ένιωσα τον ίδιο φόβο που έχω νιώσει σε ζόρικες περιοχές του πλανήτη. Ένιωσα τον φόβο του θανάτου. Καθώς νόμιζα πως ήταν η ιδέα μου και πως είχα ξεσυνηθίσει να δουλεύω στην Ελλάδα - έχω να δουλέψω στη χώρα μου από το έτος 2000- ρώτησα παλιούς μου συναδέλφους αν είχαν ξαναζήσει κάτι τέτοιο εδώ. Μου απάντησαν πως δεν είχαν ξαναζήσει κάτι παρόμοιο.
Θα ήθελα λοιπόν ένας λογικός άνθρωπος από το υπουργείο "Προστασίας του Πολίτη" (το βάζω σε εισαγωγικά γιατί πλέον ο τίτλος του μου θυμίζει το Υπουργείο Αγάπης του Όργουελ στο 1984) να μου απαντήσει στις εξής ερωτήσεις:
Ποιος έδωσε την εντολή για την γενική επίθεση στις 13.30 και γιατί; Ποιανού ιδέα ήταν να διατάξει τις αστυνομικές δυνάμεις να κυνηγήσουν ένα πανικόβλητο πλήθος που ποδοπατιέται στα σκαλιά πετώντας κρότου - λάμψης και δακρυγόνα χτυπώντας αδιακρίτως, παίζοντας κορώνα γράμματα την πιθανότητα, κάποιος ανάμεσα στους χιλιάδες, να αφήσει την τελευταία του πνοή στην πλατεία.
Για ποιο λόγο οι αστυνομικοί δεν σεβάστηκαν το ιατρείο της πλατείας Συντάγματος; Επαγγελματίες γιατροί πνευμονολόγοι και άλλοι, όλοι εθελοντές, φρόντιζαν τραυματίες καθ' όλη την διάρκεια των συγκρούσεων. Δεν ήταν "κουκουλοφόροι", γιατροί ήταν. Φώναζαν στους αστυνομικούς "εδώ είναι ιατρείο" αλλά καμία σημασία δεν έδιναν εκείνοι. Αφιονισμένοι, τους έριχναν δακρυγόνα και τους χτυπούσαν. Όπως μας είπε ένας γιατρός "Αυτά δεν γίνονται ούτε στον πόλεμο. Ακόμα και στον πόλεμο υπάρχει ανακωχή για να μαζέψεις και να φροντίσεις τους τραυματίες." Τα μάζεψαν άρον - άρον οι άνθρωποι και έστησαν το ιατρείο κάτω στο μετρό αλλά ούτε και αυτό γλίτωσε από τις ρίψεις χημικών.
Για ποιο λόγο χτυπήθηκαν δάσκαλοι στην Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδος; Και αυτοί κουκουλοφόροι; Δεν νομίζω. Τα ΜΑΤ αφού πέταξαν δακρυγόνα στην είσοδο του κτιρίου στην οδό Ξενοφώντος 15, άρχισαν να τους πετούν πέτρες (!) και να ανοίγουν κεφάλια με την ανάποδη του γκλομπ, σύμφωνα με μαρτυρίες των ίδιων. Τρεις τραυματίες, ένας με σπασμένα πλευρά, ένας με ανοιγμένο κεφάλι και ένας με ελαφρά τραύματα στο χέρι. Έλεγαν οι δάσκαλοι: "Όταν μια κοινωνία κακοποιεί τους δασκάλους της βρίσκεται στο κατώτερο σκαλοπάτι που μπορεί να φτάσει"
Με ποια λογική οι αστυνομικοί έριξαν χημικά και χτύπησαν ανθρώπους μέσα σε μανάβικα και σουβλατζίδικα στο Μοναστηράκι και στην Πλάκα, προκαλώντας τρόμο σε πελάτες και τουρίστες;
Και τέλος κάτι προσωπικό για τον κ. Παπουτσή: Γιατί με χτυπήσατε; Όχι εσείς δηλαδή, ένας από τους άνδρες της αστυνομίας σας. Επειδή όμως εγώ δεν γνωρίζω τον "ανώνυμο" ΜΑΤατζή και γνωρίζω εσάς, θα ήθελα πραγματικά μια απάντηση. Η κατάσταση ήταν σχετικά ήρεμη εκείνη την ώρα και γω τραβούσα με την κάμερα μια διμοιρία των ΜΑΤ που ανέβαινε προς την Βουλή, όταν ένας ξέκοψε από την διμοιρία του, ήρθε προς το μέρος μου και στάθηκε μπροστά μου σε απόσταση αναπνοής. Σταμάτησα να τραβάω και κατέβασα την κάμερα. Με κοιτούσε μες στα μάτια. Του είπα τι θέλει και ως απάντηση εισέπραξα μια, για να θυμάμαι τη μέρα. Ο κόσμος άρχισε να φωνάζει: "Τον Αυγερόπουλο χτυπάς ρε". Δεν αντέδρασα καθόλου και εκείνος απομακρύνθηκε. Αν είχα αντιδράσει ίσως να τα λέγαμε στο τμήμα όπου θα μου ζητάγατε συγνώμη για την... "παρεξήγηση". Παρεπιπτόντως: Στην Οαχάκα, όταν με είχαν στριμώξει μαζί με τον κάμεραμάν μου οι Μεξικανοί αστυνομικοί, που όπως είπαμε θεωρούνται άγριοι, ανεκπαίδευτοι και διεφθαρμένοι, τους φώναξα "Δημοσιογράφος" και δεν με πείραξαν. Στη χώρα μου τις έφαγα για πρώτη φορά.
Πηγή: Exandas Documentaries