Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Δωρεάν ..Ταξί , στήν Τραπεζούντα, τό 1918

Από τήν "Γή τού Πόντου" τού Δημήτρη Ψαθά

".........Οι Ρώσοι φεύγοντας άφησαν μαζί μέ τόσα άλλα καί τ άλογα τού ιππικού τους πού τούς ήσαν κι αυτά βάρος περιττό. Τά καημένα τά ζώα μείναν μόνα τους , αμήχανα μέσα στούς σταύλους, δίχως λάτρα καί σανό.
Ανθρωπος κανένας δέν βρισκότανε να ενδιαφερθή γιά δαύτα, καθένας κοίταζε τόν εαυτό του. Αφού είδαν κι απόειδαν κι άρχισε να τα θερίζει η πείνα, πείρανε τούς δρόμους γιά να βρούν τροφή κι έτσι η πόλη γέμισε από άλογα αδέσποτα.
Αφού έτσι ήταν τά πράματα, δέν αργήσαμε καθόλου- η συντροφιά- ν' αποχτήσουμε τ' άλογά μας, καθένας τό δικό του. Ανεβαίνοντας στην πλάτη τους πέφταμε κι' άν μας έφευγε τ' άλογο ... παίρναμε άλλο, δέν υπήρχε έλλειψη. Σέ δύο-τρείς μέρες ξεθαρέψαμε εντελώς καί ανεβαίναμε στ' άλογά μας σάν τέλειοι καβαλάρηδες. Δέν μάς ζητούσαν τίποτα, τά καημένα, λίγο σανό μονάχα κι αυτή τήν πολυτέλεια τήν προσφέραμε κατά δύναμη. Γιά τρέλλες καί χοροπηδητά καί καλπασμούς καί τέτοια δέν είχαν όρεξη τ'άλογά μας, ευτυχώς, επειδή όλα ήσαν αδυνατισμένα.
Έτσι διαμορφώθηκε μιά νέα εντελώς κατάσταση, τουλάχιστον από την άποψη τής κυκλοφορίας μέσα στήν πόλη. Δέν είχα πάρει κανένα άλογο, ειδικά νά τό κρατήσω μόνιμα, γιατί δέν χρειαζόταν. Έβγαινα τό πρωί από τό σπίτι μου καί περίμενα:
- Άλογο, άλογο; Δέν θά περάσει κανένα άλογο;
Λίγη υπομονή καί νάτο πού ερχότανε σέ λίγο ή μονάχο του ή παρέα μέ άλλα. Όταν ήσαν πολλά, διάλεγα τό πιό γερό, εκείνο πού στεκόταν καλύτερα στά πόδια του- νά μήν πέσει στό δρόμο απ' τήν πείνα- τό καβαλούσα καί δρόμο. Καβάλα διέσχιζα τη γειτονιά μου καί πήγαινα στήν αγορά ή στό σπίτι κανενός συμμαθητή μου σέ άλλη γειτονιά , όπου κατέβαινα καί άφηνα τό άλογό μου νά πάη στό καλό του. Όταν σέ λίγο ήθελα νά γυρίσω πίσω, έβγαινα πάλι στόν δρόμο, περίμενα νά περάσουν τ' άλογα, εύρισκα ένα τού γούστου μου, τό καβαλούσα καί δόστου πάλι διέσχιζα τίς γειτονιές ή τό μεϊντάνι, κατέβαινα μπροστά στήν πόρτα μου καί άφηνα τό άλογό μου νά πάη στό καλό του....."

"....Δέν πιάναμε μπάζα, όμως, εμείς οι μικροί μπροστά στόν Δημήτρη τόν τρελλό πού αναδείχθηκε τίς παράξενες εκείνες μέρες ο πιό σπουδαίος καβαλάρης από όλους. Κάλπαζε όλη την ημέρα στούς δρόμους - τρακατράκ, τρακατράκ - κι' αναστάτωνε τή γειτονιά, ακόμα καί στίς δυό ή τρείς η ώρα τό πρωί, ουρλιάζοντας επάνω στ' άλογό του σέ πλήρη καλπασμό:

Από κρότον οργάνων βουίζει
τής Γραβιάς τό βουνό αντηχεί
λάμπουν όπλα χρυσά καί λερή
φουστανέλλα μαυρίζει! ..

Ο τρελλός αυτός ήταν ένα νέο παλληκάρι- γερός , καλοφτιαγμένος- πού άλλοτε καθόταν κάτω στό γιαλό ολόκληρη τή νύχτα καί χτυπούσε μέ πέτρες τίς μεγάλες σημαδούρες πού άφησαν οι Ρώσοι, σάν να ήταν καμπάνες σέ πανηγυρικό ρυθμό δοξολογίας κι' άλλοτε άρπαζε τό άλογο καί χυμούσε στίς γειτονιές - τρακατράκ, τρακατράκ - πιστεύοντας ότι ανήκε στό στρατό τού Οδυσσέα Ανδρούτσου:

Οδυσσεύς ο ταχύπους ηγείται
τού μαχίμου εκείνου χορού
κι' εγώ τρέχω μαζί τους... ντουγρού
στό καθήκον νά φτάσω !

Οι μικροί διασκεδάζαμε. Οι μεγάλοι αγωνιούσαν. Όσο γιά τ' άλογα, είχαν ρημάξει όλα τά τηλεγραφόξυλα τής γειτονιάς μή βρίσκοντας τίποτ' άλλο νά φάνε - τά δάγκωναν καί τά ξύναν μέ τά δόντια τους στή βάση - καί μερικά άρχισαν κι' όλας νά ψοφάνε. "



Δεν υπάρχουν σχόλια: